27/2/09

Vikas Swarup, "Slumdog millionaire"

Ήρωας του βιβλίου είναι ο Τζαμάλ, ένας έφηβος που μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές της Βομβάης και ο οποίος συμμετέχει στο γνωστό τηλεπαιχνίδι «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;». Έχει απαντήσει σωστά όλες τις ερωτήσεις και έχει φτάσει στην τελευταία που θα του χαρίσει 20 εκατομμύρια ρουπίες όμως ξαφνικά συλλαμβάνεται με την υποψία της απάτης: Πώς μπορεί ένα αμόρφωτο φτωχόπαιδο να γνωρίζει τόσα; Αποφασισμένος να αποδείξει την αθωότητά του διηγείται στον ανακριτή τη ζωή του· κάθε κεφάλαιο της ιστορίας του αποτελεί το κλειδί για την απάντηση κάθε μίας από τις ερωτήσεις του παιχνιδιού. Προδημοσιεύουμε σήμερα ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα του Βίκας Σουάρουπ που θα κυκλοφορήσει στη χώρα μας την επόμενη εβδομάδα.

«Η Γκουντίγια γυρίζει σπίτι, αλλά δεν καταφέρνω να τη δω επειδή ο Σανταράμ δεν αφήνει κανένα αγόρι να πατήσει στο σπίτι του. Η κυρία Σανταράμ μου λέει ότι ο άνδρας της έχει καταλάβει τι έκανε και ότι τώρα θα αλλάξει, αν και βαθιά μέσα στη καρδιά της ξέρει ότι ο Σανταράμ είναι χαμένη υπόθεση. Αλλά ακόμη και η ίδια δεν έχει ιδέα πόσο χαμηλά μπορεί να κατρακυλήσει ο άνδρας της.
Ούτε μια βδομάδα μετά την επιστροφή της Γκουντίγια από το νοσοκομείο, της κάνει κάτι ξανά. Προσπαθεί να την αγγίξει. Όχι σαν πατέρας. Στην αρχή, δεν καταλαβαίνω. Τον ακούω να λέει ότι η Γκουντίγια είναι το φεγγάρι του και έπειτα ακούω την κυρία Σανταράμ να κλαίει και την Γκουντίγια να ουρλιάζει, «Μπαμπά μην με αγγίζεις! Μπαμπά, σε παρακαλώ μη με αγγίζεις!»
Όταν ακούω το πένθιμο κλάμα της Γκουντίγια νιώθω κάτι να σπάζει μέσα στο μυαλό μου. Θέλω να ορμήσω στο δωμάτιο του Σανταράμ και να τον σκοτώσω με τα γυμνά μου χέρια. Όμως προτού προλάβω να μαζέψω το κουράγιο μου, ακούω το δυνατό ροχαλητό του Σανταράμ. Έχει πέσει σε λήθαργο. Η Γκουντίγια εξακολουθεί να κλαίει. Δεν χρειάζομαι ποτήρι για να την ακούσω.
Το κλάμα της έχει επάνω μου μία παράξενη επίδραση. Δεν ξέρω πώς θα έπρεπε να αντιδράσει ένας αδελφός νιώθοντας τη θλίψη της, επειδή δεν έχω εμπειρία από τον ρόλο του αδελφού. Όμως ξέρω ότι με κάποιο τρόπο πρέπει να την παρηγορήσω. Δυστυχώς, δεν είναι εύκολο να παρηγορήσεις κάποιον όταν υπάρχει ένας τοίχος ανάμεσά σας, όσο λεπτός κι αν είναι. Τότε προσέχω ότι ακριβώς στη βάση του τοίχου, εκεί όπου υπάρχει η τρύπα για τις σωληνώσεις, υπάρχει ένα μικρό κυκλικό άνοιγμα, αρκετά μεγάλο για να χώσω μέσα το χέρι μου. Πηδάω από το κρεβάτι και αφού ξαπλώνω φαρδύς πλατύς στο δάπεδο, σπρώχνω το χέρι μου μέσα από το άνοιγμα. «Αδελφούλα, μην κλαις. Έλα, πιάσε το χέρι μου», της λέω με δάκρυα. Και πράγματι, κάποιος μου αρπάζει το χέρι. Αισθάνομαι δάχτυλα να χαϊδεύουν το μπράτσο μου, τον αγκώνα μου, τον καρπό μου, σαν άγγιγμα τυφλού που χαϊδεύει το πρόσωπο κάποιου. Έπειτα νιώθω δάχτυλα να μπλέκονται με τα δικά μου και νιώθω μια μαγική μεταβίβαση δύναμης, ενέργειας, αγάπης, πείτε το όπως θέλετε· το θέμα είναι ότι εκείνη τη στιγμή γίνομαι ένα με την Γκουντίγια και νιώθω τον πόνο της λες και είναι δικός μου.
Εν τω μεταξύ, ο Σαλίμ εξακολουθεί να κάθεται στο κρεβάτι, παρακολουθώντας έκπληκτος τη σκηνή. «Είσαι τρελός, ρε Μοχάμαντ; Συνειδητοποιείς τι κάνεις;» με νουθετεί. «Αυτή η τρύπα μέσα από την οποία έχεις σπρώξει το χέρι σου είναι η ίδια τρύπα απ’ όπου μπαίνουν στο δωμάτιό μας αρουραίοι και κατσαρίδες».
Όμως αδιαφορώ για τον Σαλίμ και για οτιδήποτε άλλο. Δεν ξέρω πόση ώρα κρατάω το χέρι της Γκουντίγια, αλλά όταν ξυπνάω το επόμενο πρωί βρίσκομαι ξαπλωμένος κατάχαμα με το χέρι μου ακόμα περασμένο μέσα από την τρύπα και μια οικογένεια κατσαρίδες να κοιμάται γαλήνια μέσα στην τσέπη του πουκαμίσου μου.
Την άλλη νύχτα, ο Σανταράμ γυρίζει πάλι σπίτι λιώμα στο μεθύσι και προσπαθεί να βιάσει την Γκουντίγια. «Είσαι πιο όμορφη από όλα τα αστέρια και τους πλανήτες. Είσαι το φεγγάρι μου. Είσαι η Γκουντίγια μου, η κούκλα μου. Χθες με απέφυγες, αλλά σήμερα δεν θα σε αφήσω να μου ξεφύγεις», λέει.
«Σταμάτα να φέρεσαι έτσι!» φωνάζει η κυρία Σανταράμ, αλλά ο άνδρας της δεν δίνει σημασία.
«Μην ανησυχείς, Γκουντίγια, δεν υπάρχει τίποτε στραβό με την αγάπη μου προς εσένα. Ακόμη και ο Σαχτζαχάν, ο μεγάλος αυτοκράτορας, ερωτεύτηκε την ίδια του την κόρη, την Τζαχάν Αρά. Και ποιος μπορείς να αρνηθεί σε έναν άνδρα να μαζέψει φρούτα από ένα δέντρο που φύτεψε ο ίδιος;»
«Είσαι ένας δαίμονας», ουρλιάζει η κυρία Σανταράμ, και ο Σανταράμ τη χτυπάει. Ακούω ένα μπουκάλι που σπάζει.
«Όχι!» ακούω να φωνάζει η Γκουντίγια.
Νιώθω λες και κάποιος μου τρυπάει τον εγκέφαλο με έναν πυρσό οξυασετυλίνης και μου γεμίζει την καρδιά με λιωμένο μέταλλο. Δεν το αντέχω άλλο. Τρέχω στο δωμάτιο του κυρίου Ραμακρίσνα και του λέω ότι ο Σανταράμ κάνει κάτι τρομερό στη γυναίκα του και τη κόρη του. Όμως ο Ραμακρίσνα αντιδρά λες και του λέω για τον καιρό.
«Άκου», μου λέει. «Ό,τι συμβαίνει πίσω από τους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού είναι ιδιωτική υπόθεση της οικογένειας και δεν μπορούμε να επέμβουμε. Είσαι ένα νεαρό ορφανό παιδί. Δεν ξέρεις τι παει να πει ζωή. Όμως εγώ ξέρω για τις καθημερινές κακοποιήσεις, τους βιασμούς και τις αιμομιξίες που συμβαίνουν στα τσόουλ όλης της Βομβάης. Όμως κανείς δεν κάνει κάτι γι’ αυτό. Εμείς οι Ινδοί έχουμε το θείο χάρισμα να βλέπουμε τον πόνο και την αθλιότητα γύρω μας, και παρ’ όλα αυτά να παραμένουμε ανεπηρέαστοι. Έτσι, σαν γνήσιο παιδί της Βομβάης, κλείσε τα μάτια σου, κλείσε τα’ αυτιά σου, κλείσε το στόμα σου και θα είσαι ευτυχισμένος σαν και μένα. Τώρα πήγαινε, γιατί είναι η ώρα που θέλω να κοιμηθώ».

26/2/09

Χορτοφάγα ζόμπι

■ Το εκδοτικό τους πλάνο για το 2009 παρουσίασαν πριν λίγες μέρες τα «Ελληνικά Γράμματα» στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη. Στη λογοτεχνία, ξεχωρίζουν τα καινούργια βιβλία των Γιάννη Ξανθούλη και Κώστα Μουρσελά, η συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και το νέο μυθιστόρημα του Γιώργου Μανιώτη.
■ Θα προηγηθούν, τους δύο επόμενους μήνες, το καινούργιο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαντόγλου («Όλα στο μηδέν»), αλλά και βιβλία των Βασίλη Βασιλικού, Χρήστου Χαρτοματσίδη, καθώς και μεταφράσεις έργων των Πίτερ Κάρεϊ, Τζόναθαν Λέθεμ, κ.ά.
■ Περισσότερα, στην ολοκαίνουργια ιστοσελίδα τους, στη διεύθυνση www.ellinikagrammata.gr.
■ Κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο της εξαιρετικής εκπαιδευτικής σειράς «Παιδικό πανεπιστήμιο» (Εκδόσεις Κάτοπτρο) με θέμα «Εξηγώντας τα μυστήρια του σύμπαντος». Θαυμάσια εικονογράφηση, απλούστευση χωρίς απλοποιήσεις.
■ Θυμίζουμε ότι η εν λόγω σειρά των Ούλριχ Γιάνσεν και Κλάους Βέρνερ τιμήθηκε το 2005 με το βραβείο «Descartes για τη διάδοση της Επιστήμης», την ύψιστη διάκριση της Ευρωπαϊκή Ένωσης για επιστημονικά προγράμματα.
■ Μετά τον Ιανό και τον Ελευθερουδάκη και ο Παπασωτηρίου έχει ξανοιχθεί τελευταία στις εκδόσεις. Από τις πλέον ενδιαφέρουσες και επιτυχημένες, η περίφημη πραγματεία «Η τέχνη του πολέμου» του Σου Τζου. Μαζί με το «Περί πολέμου» του Κλαούζεβιτς θεωρείται το κλασικότερο εγχειρίδιο επί του θέματος.
■ «Το αποκορύφωμα της στρατιωτικής δεξιοτεχνίας είναι να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς μάχη». Αν στη θέση της λέξης «εχθρός» βάλετε «αντικείμενο του πόθου», η πραγματεία αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη και στην στρατηγική της σαγήνης.
■ Για όσους, τουλάχιστον, πιστεύουν ότι ο έρωτας –όταν είναι αληθινός– έχει κάτι από πόλεμο.
■ Το www.diavasame.gr είναι το πιο επιτυχημένο σάιτ με κριτικές-παρουσιάσεις βιβλίων, με τριάντα πέντε χιλιάδες επισκέψεις μηνιαίως. Βασικός εμψυχωτής του, ο Γιώργος Πιπερόπουλος. Το μυθιστόρημά του «Το πρώτο μάτι» κυκλοφορεί από την «Εμπειρία Εκδοτική» και είναι το… πρώτο του.
■ «Η διπλωματική και οικονομική παρουσία των Βενετών στην περιοχή της Άρτας κατά τον 18ο αιώνα» (εκδόσεις Αντ. Σταμούλη) είναι ο τίτλος της μελέτης του Διδάκτορα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Ελευθέριου Λ. Βέτσιου. Τοπικού ενδιαφέροντος το πόνημα, πλην ιδιαίτερα εμπεριστατωμένο και αναλυτικό.
■ Είναι ο δεύτερος ηθοποιός (μετά τον Πίτερ Φιντς) που βραβεύτηκε με Όσκαρ μετά θάνατον. Ο Χιθ Λέτζερ είναι ήδη μύθος, κι από τον Βασίλη Κοντόπουλο μόλις κυκλοφόρησε μια σύντομη βιογραφία του συνοδευμένη με οπτικό υλικό. Από τις εκδόσεις «Σιγαρέτα».
■ «Τα σαρκοβόρα όνειρα, τα ξόρκια της μαγείας / Αποκυήματα είναι απλώς, μιας μαύρης φαντασίας. / Και δεν υπάρχουν μάγισσες και ζώα ανθρωποφάγα. / Οι κλόουν είναι φιλικοί. Τα ζόμπι; Χορτοφάγα!»
■ Από το «Αρρωστημένα μυαλά» (εκδόσεις Gemma press), μια πρωτότυπη συλλογή «τρομακτικών» και ιδιαίτερα αστείων ποιημάτων, σε μετάφραση Βασίλη Μπαμπούρη και εικονογράφηση Γιώργου Δημητρίου.
■ «Τριγύρω, από χαλκό και μάρμαρο, / έφηβοι, κόρες, ήρωες, θεοί· / στη μέση ο φοβισμένος άνθρωπος, / γυμνός μέχρι το κόκαλο, κοιτά.» Από την συλλογή «Όλα τα δειλινά του κόσμου» (Άγρα) με εξήντα ποιητικά σπαράγματα του Διονύση Καψάλη.
■ Ένα ακόμη αθησαύριστο κείμενο προστέθηκε στη σειρά «Επί τα ίχνη…» που επιμελείται ο καθηγητής Φιλολογίας Γιάννης Παπακώστας στον Πατάκη. Το «Αγριολούλουδο» του Παύλου Νιρβάνα είναι η ιστορία της εσωτερικής ζωής μιας γυναίκας καθώς οδεύει προς το τέλος της.
■ «Η ζωή της Μαρίας είναι ένας αδιάκοπος θρήνος κρυφός, μυστικός, μια εσωτερική τραγωδία βουβή, η οποία την μαραίνει και την φέρνει ταχύτατα στον τάφο.» (Φώτος Πολίτης, εφ. Πολιτεία, 1924).
■ «Τότε που ζούσε / την κοίταζε κάθε πρωί / να φοράει το πρόσωπό της / και να ξεπορτίζει.» Από την ποιητική συλλογή «Επιστροφή στην ενιαία χώρα» του Γιώργου Γ. Ψάλτη.

21/2/09

Άσυλο ανιάτων

■ Αλλαγή σελίδας για το μακροβιότερο ένθετο για το βιβλίο. Η «Βιβλιοθήκη», που συνοδεύει πάνω από δέκα χρόνια τώρα την Ελευθεροτυπία της Παρασκευής, περνάει σε νέα φάση, υπό τη διεύθυνση του ποιητή Γιώργου Χρονά.
■ Αρχές Μάρτη, λέγεται, θα κυκλοφορήσει το πρώτο νέο τεύχος. Ευχομάστε, εννοείται, τα καλύτερα.
■ Και μακάρι ο νέος διευθυντής να κάνει τις σελίδες του ακόμη πιο φρέσκες, πιο διαβαστερές, πιο νευρώδεις, να καταφέρει να ελκύσει περισσότερους φίλους της ανάγνωσης, χωρίς εκπτώσεις στον κριτικό λόγο, στην κριτική σκέψη.
■ Ωστόσο, σφίγγεται η καρδιά μας... Η «Βιβλιοθήκη» είναι το μοναδικό ένθετο μεγάλης εφημερίδας που δίνει στον εαυτό του την πολυτέλεια να αγνοεί τους σκληρούς νόμους της αγοράς. Είναι το μοναδικό ένθετο, κι αυτό λέει κάτι, το οποίο πολλοί από εμάς συλλέγουμε, με σκοπό να ανατρέξουμε κάποια στιγμή σε κάποιο από τα αφιερώματά του.
■ Αντιθέτως, για το κυριακάτικο «Βήμα», την εφημερίδα που πρώτη αυτή εγκαινίασε ένθετο βιβλίου, δεν ξέρει κανείς τι να σκεφτεί. Επτά ολόκληρες σελίδες αφιερωμένες στο βιβλίο, κι ελάχιστες αναφορές σε οτιδήποτε μυρίζει λογοτεχνία – ειδικότερα ελληνική.
■ Ας μου επιτραπεί εδώ μια προσωπική αναφορά: Όταν το 1997 έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, μια σπονδυλωτή νουβέλα, ένα κάθε άλλο παρά εύκολο ανάγνωσμα, είδα μια ολόκληρη σελίδα να αφιερώνεται στο βιβλίο μου στο κυριακάτικο «Βήμα».
■ Ακούγεται ίσως υπερβολικό, ωστόσο εκείνο το σαββατόβραδο (γιατί το έμαθα, βέβαια, και έσπευσα στην Ομόνοια) έχει μείνει μέσα μου ώς ένα από τα πιο σημαντικά της ζωής μου. Βοήθησε βέβαια και η κριτική του Ντίνου Σιώτη, που ήταν ιδιαίτερα ένθερμη...
■ Αναρωτιέμαι: Σήμερα, πόσοι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς, ακόμη κι αν έχουν γράψει βιβλία πιο πρωτότυπα, φιλόδοξα και καλά από τη μικρή μου νουβέλα, μπορούν να ελπίζουν σε παρόμοια χαρά;
■ Σκέψεις πολυτελείας, σε καιρούς ευτελείας....
■ Τα κρούσματα βίας και αυθαιρεσίας στα Πανεπιστήμια από μικρές ομάδες τραμπούκων αυξάνονται επικίνδυνα το τελευταίο διάστημα. Καθηγητές δάρθηκαν προ μηνών στο Χημείο, άλλοι προπυλακίστηκαν προ ημερών στο Πάντειο – μεταξύ αυτών, ο Νίκος Μπακουνάκης, ο οποίος εκτός από δημοσιογράφος είναι και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα ΜΜΕ. Τα Πανεπιστήμια, αντί για χώροι ιδεολογικής πολυμορφίας, ανοιχτού διαλόγου και διακίνησης απόψεων έχουν μετατραπεί σε θύλακες εξόρμησης ακραίων ομάδων που βρίσκουν κάλυψη πίσω από το ιδεολόγημα του ασύλου.
■ Πρυτάνεις, υπουργοί, πολιτικοί φορείς, σφυρίζουν αδιάφορα, επαναλαμβάνοντας κοινοτοπίες. Είναι προφανές ότι έχουν πουλήσει την ψυχή τους... στον διάλογο.
■ Εννοείται: Όχι σε αυτόν που δίνει λύσεις, αλλά σε αυτόν που δίνει ψήφους.
■ Αλλά ούτε η ιδιαίτερα δημοφιλής (και) στους νεότερους αναγνώστες Σώτη Τριανταφύλλου βγήκε αλώβητη από την επιμονή της να λέει την άποψή της για θέματα «ταμπού», όπως τα Εξάρχεια, ο ρόλος της αστυνομίας, κ.λπ. Κομίστας, στο Φεστιβάλ της Βαβέλ, τη χρησιμοποίησε ως αρνητική ηρωίδα, βάζοντας στο στόμα της ποτ-πουρί από φράσεις της, προφανώς όχι της αρεσκείας του «καλλιτέχνη». Στο τέλος, μάλιστα, η ηρωίδα Σώτη αποκεφαλίζεται.
■ Εύγε στο Φεστιβάλ. Αυτό θα πει avant-garde...
■ Το βιβλίο «Οι φόβοι ενός αιώνα» (Μεταίχμιο) της καθητήτριας Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου παρουσιάζεται την Τρίτη. Θα μιλήσουν οι Δ. Ν. Μαρωνίτης, Γιάννης Βούλγαρης και Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Στη Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5, στις 20.00.

19/2/09

Ανακοίνωση διαμαρτυρίας σχετικά με την έξαρση βίας και τρομοκρατίας

Το παρακάτω κείμενο στάλθηκε σήμερα στον Τύπο. Υπογράφεται κυρίως από συγγραφείς, αλλά και από κινηματογραφιστές, πανεπιστημιακούς, εκδότες, δημοσιογράφους.

"Εμείς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο θέλουμε να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία μας για τις πρόσφατες απόπειρες να φιμωθεί η αντίθετη άποψη.
Πριν από λίγες μέρες συγγραφείς, ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και δημόσιοι λειτουργοί έπεσαν θύματα βομβιστικών επιθέσεων, επειδή ο λόγος ή οι απόψεις τους δεν ήταν αρεστά σε κάποιους.
Την ίδια στιγμή, ομιλητές σε ανοιχτή συζήτηση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο δέχθηκαν βίαιη και συντονισμένη επίθεση με σκοπό να αποτραπεί ο δημόσιος λόγος τους μέσα σε ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ενώ, μόλις χθες, πανεπιστημιακός ξυλοκοπήθηκε άγρια μέσα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, όπου είχε κληθεί να μιλήσει.
Απέναντι σε αυτή την πρωτόγνωρη για τα μεταπολιτευτικά χρόνια έξαρση βίας και τρομοκρατίας δεν μπορεί κανείς να μένει αδιάφορος. Καλούμε τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, τους ακαδημαϊκούς δασκάλους, τους λειτουργούς του Τύπου, αλλά και κάθε πολίτη που σέβεται και υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου και των ιδεών, να εκφράσουν την αντίθεσή τους."

(με αλφαβητική σειρά)
Χρήστος Αστερίου, Θανάσης Βαλτινός, Βασίλης Βασιλικός, Αλέξης Βερούκας, Παντελής Βούλγαρης, Κώστας Γαβράς, Ρέα Γαλανάκη, Νίκος Δαββέτας, Πόπη Διαμαντάκου, Λένα Διβάνη, Απόστολος Δοξιάδης, Μάρω Δούκα, Άλκη Ζέη, Νίκος Θέμελης, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Αθηνά Κακούρη, Τάκης Καμπύλης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Κώστας Κατσουλάρης, Δήμητρα Κολλιάκου, Γιάννης Κοντός, Γιώργος Κορδομενίδης, Μένης Κουμανταρέας, Αχιλλέας Κυριακίδης, Κάτια Λεμπέση, Ηλίας Μαγκλίνης, Πέτρος Μάρκαρης, Τάσος Μπουλμέτης, Δημήτρης Νόλλας, Γιώργος Ξενάριος, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Αλέξης Πανσέληνος, Βασίλης Παπαβασιλείου, Ελένη Παπάζογλου, Νικηφόρος Παπανδρέου, Βασίλης Πεσματζόγλου, Άννα Πατάκη, Νίκος Περάκης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Δημήτρης Ρηγόπουλος, Όλγα Σελλά, Σάκης Σερέφας, Γιάννης Σμαραγδής, Χρύσα Σπυροπούλου, Εύα Στεφανή, Ντίνος Σιώτης, Κατερίνα Σχινά, Δημήτρης Σωτάκης, Πέτρος Τατσόπουλος, Δημήτρης Τζιόβας, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Λίζυ Τσιριμώκου, Φίλιππος Τσίτος, Μισέλ Φάις, Δημήτρης Φιλιππίδης, Θανάσης Χειμωνάς, Περικλής Χούρσογλου, Ανταίος Χρυσοστομίδης

18/2/09

Ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων

Ανακοίνωση έβγαλε σήμερα η Εταιρεία Συγγραφέων σχετικά με τα θλιβερά γεγονότα των τελευταίων ημερών.

"Την προηγούμενη εβδομάδα άγνωστοι τοποθέτησαν εμπρηστικούς μηχανισμούς σε σπίτια επώνυμων πολιτών, ανάμεσά τους και ανθρώπων με σημαντική πνευματική παρουσία και δράση όπως ο Γ. Μπαμπινιώτης, ο Γ. Πανούσης, ο Α. Δοξιάδης (ο τελευταίος τυγχάνει και μέλος της Εταιρείας μας) κ.ά.
Οι αυτόκλητοι απολογητές μιας νέας τάξης πραγμάτων (ποιας άραγε;), παραβαίνοντας όρια που τα θεωρούσαμε κεκτημένα από την εποχή του Διαφωτισμού, επιχείρησαν βίαια να φιμώσουν την αντίθετη από τη δική τους άποψη.
Η Εταιρεία Συγγραφέων καταδικάζει τέτοιες βάρβαρες ενέργειες, που ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας τους υπονομεύει τη λειτουργία της Δημοκρατίας."

Έχει μέλλον η ανάγνωση;

Η ανάγνωση ως πρακτική υπήρξε πριν την εμφάνιση του «βιβλίου» όπως το γνωρίζουμε σήμερα και θα υπάρξει και μετά. Με αυτό το «μετά» δεν υπαινίσσομαι βέβαια ότι θα έρθει στο ορατό μέλλον μια στιγμή που το βιβλίο θα έχει εξαφανισθεί ή αντικατασταθεί ολοκληρωτικά από νέες μορφές αναπαραγωγής κειμένων.
Ωστόσο, όπως έχει ήδη γίνει φανερό, τα ηλεκτρονικά μέσα ανάγνωσης, είτε αυτά είναι η απλή οθόνη υπολογιστή είτε τα πιο σοφιστικέ φορητά συστήματα που εμφανίζονται τελευταία, θα κερδίζουν όλο και μεγαλύτερο χώρο στις αναγνωστικές μας συνήθειες, επιβάλλοντας μοιραία και τους δικούς τους τρόπους.
Οι τρόποι αυτοί δεν θα είναι απαραιτήτως χειρότεροι, ούτε όμως και απαραιτήτως καλύτεροι από τους προηγούμενους. Θα είναι ωστόσο διαφορετικοί. Κι αυτό είναι –μαζί με το περίπλοκο ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων– το πιο «ευαίσθητο» ζήτημα αυτής της μετάλλαξης: Ποιος αναγνώστης αρχίζει να υποχωρεί, και μαζί του ποιες συνήθειες, πολιτισμικές αξίες, πρακτικές ανάγνωστης; Ποιος αναγνώστης αναδεικνύεται, και μαζί του ποιες νέες μορφές συνειδητοποίησης και αναπαράστασης του κόσμου;
Τέτοια είναι πιστεύω τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν στο προσεχές διάστημα, μακριά από τη δαιμονοποίηση του καινούργιου αλλά κι από την άκριτη λατρεία κάθε καινοτομίας.

(Δημοσιεύτηκε στον ΕΤ στις 18/02/09)

14/2/09

"Ενός λεπτού μαζί"

■ Από το «Διαβάζω» του Φεβρουαρίου σταχυολογήσαμε ορισμένα ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία για το βιβλίο και την αναγνωσιμότητα στη χώρα μας (στοιχεία: Hellastat). Καταρχάς η ποσότητα: Κοντά στα 10.000 βιβλία κυκλοφόρησαν το 2007, όσα περίπου και το 2006. Σε αυτά προσμετρούνται και 600 επανεκδόσεις καθώς και αυτά που μοιράζουν οι εφημερίδες.
■ Η συνολική δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για βιβλία αυξήθηκε ελαφρώς, ενώ η μέση τιμή ανά βιβλίο ανέβηκε στα 16,8 ευρώ από 16,2 την προηγούμενη χρονιά.
■ Η πιο ενδιαφέρουσα, και συνάμα θλιβερή, στατιστική είναι ωστόσο η εξής: Η μέση ελληνική οικογένεια διέθεσε την ίδια χρονιά μόλις 11,89 ευρώ το μήνα για αγορά βιβλίων. Πράγμα που μας κάνει 0,7 βιβλία το μήνα κατά μέσο όρο. Αν διαιρέσει τώρα κανείς το παραπάνω δεκαδικό με τα μέλη της μέσης ελληνικής οικογένειας, το αποτέλεσμα βγάζει…
■ …Τον μεγαλύτερο μέσο όρο τηλεθέασης ανά άτομο στην Ευρώπη, ήτοι 3,3 ώρες ημερησίως (στοιχεία: public issue). Προσθέστε στα παραπάνω τον χαμηλότερο δείκτη ανάγνωσης εφημερίδας καθημερινά (μόλις ένας στους δέκα μπαίνει στον κόπο), και τα συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα.
■ Ίσως απλοποιούμε υπερβολικά, αλλά έχουμε την αίσθηση ότι τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σε αυτή η χώρα, και είναι κυρίως προβλήματα, με τη ευρεία έννοια, κουλτούρας, συνοχής, ταυτότητας, κ.λπ., σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα παραπάνω νούμερα.
■ Χρόνιες αδυναμίες μιας Εκπαίδευσης που όλα δείχνουν ότι θα χρονίζουν για χρόνια…
■ Και βέβαια δεν περιμένουμε να μας «μορφώσει» η Google. Σε εκστρατεία της αυτοδιαφήμισης στο διαδίκτυο, αλιεύσαμε «μαργαριτάρια»: «Ποιός εφήβρε το τάβλι; Η απάντησή είναι ένα κλικ μακρυά.» ήταν ένα από αυτά. Δύο αράδες, τέσσερα λάθη. Δυνατό σκορ. Οι μοναδικές απολύτως σωστά γραμμένες λέξη είναι το «τάβλι» και το «κλικ». Μας πήρανε χαμπάρι…
■ Τα δικαιώματα του «Slumdog millionaire» του Ινδού Vikas Swarup απέκτησαν πρόσφατα οι Εκδόσεις Μίνωας. Το βιβλίο βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης (Αλέξης Καλοφωλιάς) και αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αρχές Μαρτίου. Την ίδια περίοδο κάνει πρεμιέρα και η ομότιτλη ταινία – κατά πάσα πιθανότητα με κάμποσα Όσκαρ στη φαρέτρα της.
■ «Γερά» έχει μπει τελευταία ο «Πάπυρος» στο χώρο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Εγκαινιάζεται νέα σειρά, με επιλεγμένους τίτλους ισπανόφωνης και πορτογαλόφωνης λογοτεχνίας. Μερικοί από αυτούς, «Αξολότλ» του Χούλιο Κορτάσαρ, «Στου διαόλου τη μάνα» του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες.
■ Ότι ήταν «ανήσυχη» συγγραφέας η Σοφία Νικολαΐδου το γνωρίζαμε ήδη. Τώρα όμως εμφάνισε ένα ακόμη πρόσωπο, αυτό της μεταφράστριας αρχαίων κειμένων (φιλόλογος, γαρ) Η «Ελένη» του Ευριπίδη, αφού ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, κυκλοφορεί σε μετάφρασή της από τον «Κέδρο».
■ Με μεγάλο αφιέρωμα στην πιο δημοφιλή Ελληνίδα ποιήτρια, την Κική Δημουλά, κυκλοφορεί το νέο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Εντευκτήριο». Εκατόν πενήντα σελίδες, με χρονολόγιο-εργογραφία, ανέκδοτο ποίημα, κείμενα των Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Τίτου Πατρίκιου και πολλών άλλων, καθώς και DVD με την ποιήτρια να διαβάζει ποιήματά της.


■ Η Δημουλά είναι φαινόμενο. Στις ομιλίες της, πρόσφατα στο Μέγαρο, για παράδειγμα, συρρέουν πλήθη λες και πρόκειται για ποπ σταρ. Ακόμη και οι τηλεοπτικές εμφανίσεις της «γράφουν» νούμερα. Μετά το θάνατο του Ελύτη κανείς Έλληνας ποιητής δεν συνέγειρε τόσους πολλούς για τόσο διαφορετικούς λόγους.
■ «Έφυγε» στα 75 του χρόνια ο ποιητής της beat ευαισθησίας Τάσος Δενέγρης. Κυκλοφόρησε πρόσφατα τόμος με ποιήματά του με τον τίτλο «Μιλάει ο αγριόχοιρος» (Ύψιλον).
■ «Ο άνθρωπος μόνος» (Κέδρος) τιτλοφορείται η νέα συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη. Το ποίημα «Πιλάτος» καταλήγει: «Πέθανα κι έζησα, ευτυχώς, σαν άνθρωπος απλός / μαζί ταπεινωμένος και περήφανος / μες στην αμφιβολία.»

12/2/09

Σάκης Σερέφας, "Μαμ"

Ο Σάκης Σερέφας είναι μια ιδιότυπη, μοναδική ίσως περίπτωση στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα. Πρόκειται για χαρισματική, εξόχως πληθωρική προσωπικότητα. Σαράντα εννέα χρόνων σήμερα έχει εκδόσει 35 συναπτά βιβλία πειραματιζόμενος με όλα σχεδόν τα είδη γραφής: Πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, σενάριο, παιδικό βιβλίο, ιστορική μαρτυρία, θέατρο – τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο θέατρο.
Ως θεατρικό έργο άλλωστε ξεκίνησε την καριέρα του και το «Μαμ» το οποίο ανέβηκε με επιτυχία στο Αμόρε το 2007 και τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν» από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών. Τη χρονιά που ακολούθησε, το 2008, δύο ακόμη έργα του Σερέφα βρήκαν το δρόμο τους για τη σκηνή: Το «Λιωμένο Βούτυρο» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού και το «Σεμινάριο Βλακείας» στο ΔΗΠΕΘΕ Κερκύρας. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτός ο πληθωρισμός, αντί να αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας, όπως είναι ο κανόνας, δίνει έργα όλο και ωριμότερα. Παράδειγμα το «Μαμ».
Δεν γνωρίζουμε τους λόγους που οδήγησαν τον Σερέφα να προβεί στην αντίστροφη αυτή διασκευή, από θεατρικό σε πεζογράφημα, πράγμα ασυνήθιστο, ωστόσο δεν έχει σημασία: Το «Μαμ»-βιβλίο δεν θυμίζει σε τίποτε θεατρικό έργο, και διαβάζεται ως αυτό που είναι: Μια σπαρταριστή νουβέλα μαθητείας κι ενηλικίωσης, ανατρεπτική, με χιούμορ, σαρκασμό και τρυφερότητα.

Αποκοιμήθηκα πάνω μου...
Το στόρι; Ο 70χρονος σήμερα Ζοζέφ αναπολεί τη νιότη του, και ειδικότερα τη σχέση του με τον σοφό οδηγό του σχολικού λεωφορείου του, τον Μεγάλο. Εκείνος, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, του προσφέρει κι από ένα διαφορετικό έδεσμα, το οποίο στη συνέχεια συνοδεύεται από ποικίλες πληροφορίες για την προέλευσή του, τα συστατικά του και τη σημασία τους. Μέσα από αυτή την επαφή, κι ενώ τα σχολικά χρόνια περνούν, ο Ζοζέφ γιατρεύεται από τη βουλιμία του για το λίπος και μαθαίνει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τις λεπτεπίλεπτες γεύσεις των φαγητών, και της ζωής γενικότερα.
Το εύρημα αυτό –η τροφή ως μάθημα ζωής– δίνει στην άναρχη φαντασία του Σερέφα την ευκαιρία να ξεσαλώσει. Το βιβλίο βρίθει από φράσεις όπως «ήμουν τόσο εξαντλημένος, ώστε αποκοιμήθηκα πάνω μου», καθώς και σπαρταριστές αναφορές στη ζωολογία και σε παντός είδους στατιστικές. Σκουμπριά, σολομοί, γουρουνάκια, σαλιγκάρια και προβατίνες, μαγειρεμένα ή ωμά, περνούν την είσοδο του φάρυγγα του μικρού Ζοζέφ μαθαίνοντάς τον να διδάσκεται από την ποικιλομορφία της ζωής και τους άπειρους δρόμους μέσα από τους οποίους μπορεί να περάσει η χαρά και η πληρότητα.
Στο τέλος παρατίθενται αναλυτικά οι συνταγές των, εκ πρώτοις παράδοξων, φαγητών που αναφέρονται, και δίνεται στον αναγνώστη η μυστική συνταγή της τέλειας ταραμοσαλάτας. Όλα δένουν αρμονικά, αφήνοντας μια θαυμάσια επίγευση στον ουρανίσκο.

Απόσπασμα
«Αυτά παθαίνει κανείς όταν τελειώνει το Δημοτικό και πηγαίνει στο Γυμνάσιο. Παθαίνει οξεία ανθρωπίτιδα. Όλοι θέλουν να τον κάνουν υπεύθυνο άνθρωπο. Στα γρήγορα, επειγόντως. Τώρα δεν είσαι παιδί, Ζοζέφ. Τώρα είσαι μεγάλος, Ζοζέφ. Πρέπει να πάρεις αποφάσεις, Ζοζέφ. Τώρα η ζωή σου έχει ευθύνες, Ζοζέφ. Τώρα πρέπει να κοιτάξεις κατάματα το μέλλον σου, Ζοζέφ. Τρέξε, Ζοζέφ. Ρώτα, Ζοζέφ. Μάθε, Ζοζέφ. Ρώτα τους γονείς σου. Ρώτα τους δασκάλους. Ρώτα τους συμβούλους στο σχολείο. Ρώτα τους εξωγήινους. Ρώτα τα χερουβείμ. Μόνο έναν μη ρωτήσεις, Ζοζέφ. Μην ρωτήσεις τον Ζοζέφ, Ζοζέφ.» (σ. 30)

8/2/09

Όχι άλλο τσιμέντο... στα μυαλά

■ Μετά τις δυναμικές παρεμβάσεις στον Παρθενώνα, στο Εθνικό Θέατρο, στη «Μήδεια» του Παπαϊωάννου, στην Εθνική Λυρική Σκηνή και σε άλλους ποταπούς χώρους όπου κακοποιείται ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός, έφτασε η στιγμή να «χτυπηθεί» το κέντρο της πολιτιστικής κατάπτωσης, το Μέγαρο Μουσικής.
■ Η ευκαιρία ήταν πράγματι ιδανική: Διάλεξη έδινε ο γνωστός για τα ανοσιουργήματά του (Κέντρο Ζορζ Μπομπιντού κ.ά.) αρχιτέκτονας Ρέντζο Πιάνο. Το Πολιτιστικό Πάρκο στο Φάληρο, που έχει σχεδιάσει, χαρακτηρίζεται πράγματι από απαράδεκτη έλλειψη οικολογικής ευαισθησίας, αφού είναι ενεργειακά αυτόνομο –πράγμα ύποπτο– και απόλυτα φιλικό προς το περιβάλλον, το οποίο, ως γνωστόν, είναι «αστικό» κι άρα εχθρικό.
■ Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, φοιτητές, μέλη της κατάληψης της Αρχιτεκτονικής Σχολής, ανέβηκαν στη σκηνή κρατώντας πανό που έγραφε «Οχι άλλο τσιμέντο. Καμιά παραχώρηση δημόσιων χώρων στην ιδιωτική εκμετάλλευση».
■ Αυτή τη φορά δεν ακολούθησε χειροκρότημα: Ο κόσμος, στην πλειονότητά του φοιτητές αρχιτεκτονικών σχολών, προφανώς χωρίς οικολογικές και άλλες ευαισθησίες, αποδοκίμασε τους «εισβολείς».
■ Μην πτοείστε, παιδιά. Υπάρχει ακόμη πεδίον δόξης λαμπρόν για να χτυπηθούν οι «κουλτουριάρηδες». Υπάρχουν η Εθνική Πινακοθήκη, το Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά και εκτός Αθηνών (ευκαιρία για εκδρομή!) η Επίδαυρος, οι Δελφοί. Και βέβαια πολλά θέατρα, ακόμη και παιδικά, στα οποία τα νήπια μυούνται στην παρακμιακή αστική τέχνη. Ορεξη για εξέγερση να υπάρχει…
■ Για να δούμε, λοιπόν, με τι καταγίνεται η αστική τάξη αυτή την εβδομάδα: Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Θόδωρου Καρζή, του λευκώματος «Το παιδί στον κόσμο των μεγάλων - Μια ιστορία της παιδικής ηλικίας από την αρχαιότητα ως τον 21ο αιώνα» (Λιβάνης). Θα μιλήσουν οι Μαριέττα Γιαννάκου, Ευάγγελος Βενιζέλος, Νίκος Κωνσταντόπουλος, Ελένη Σπανοπούλου. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, χορηγού της έκδοσης, Ανδρέας Μαρτίνης. Τετάρτη, στις 12.00, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία».
■ Δύο μέρες νωρίτερα, τη Δευτέρα, ο Πέτρος Μάρκαρης θα συνομιλήσει με τον Κουβανό συγγραφέα Λεονάρδο Παδούρα, με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη». Στις 19.00, στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των εκδόσεων Καστανιώτη, Θεμιστοκλέους 104.


■ «Ιστορία της Ελληνικής Φωτογραφίας 1839-1970» (Πάπυρος) είναι ο τίτλος του ιδιαίτερα πλούσιου βιβλίου του Αλκη Ξ. Ξανθάκη. Θα παρουσιαστεί με ομιλητές τους Φανή Κωνσταντίνου, Τάκη Τζίμα και Κυριάκο Ντελόπουλο. Την Τετάρτη στις 19.00, στη Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5.
■ Ενας ακόμη εκδοτικός οίκος έκανε την εμφάνισή του, σε πείσμα της κρίσης και της ελλειμματικής φιλαναγνωσίας μας. Το όνομα αυτού «Κίχλη», ενώ στο τιμόνι είναι η γνωστή μας από τη συνεργασία της με διάφορους εκδοτικούς οίκους Γιώτα Κριτσέλη.
■ Ξεχωρίζουμε δύο τίτλους: «Το οριζόντιο ύψος» του Αργύρη Χιόνη και το «Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», με κείμενο των Μάτως Ιωαννίδου – Μαρίας Τοπάλη και εικονογράφηση της Μάτως Ιωαννίδου. Καλοτάξιδα.
■ Για το μηνιαίο πολιτικό free press «Μεταρρύθμιση» έχουμε εκφραστεί ξανά στο παρελθόν, και πάντοτε θετικά. Το περιοδικό έχει ως ιδεολογική αναφορά το ευρύτερο εκσυγχρονιστικό ρεύμα, εντάσσοντας στις σελίδες του και διαφορετικές απόψεις (βλ. άρθρο του Γιάννη Δραγασάκη). Φιλοξενούνται άρθρα, μεταξύ πολλών άλλων, των Τάσου Παππά, Κώστα Μποτόπουλου, Βασίλη Βουτσάκη, Μαριλένας Κοππά, Στέφανου Μάνου, Μυρσίνης Ζορμπά.
■ Επίσης: Μια εξαιρετικά διαφωτιστική συνέντευξη του Ανδρέα Τάκη, Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με το ρόλο της Αστυνομίας στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Αλλά και άρθρο του Νικόλα Βουλέλη για τις εξελίξεις στο Παλαιστινιακό. Τη «Μεταρρύθμιση» θα τη βρείτε στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, αλλά και στο Διαδίκτυο, στη διεύθυνση www.metarithmisi.gr.

7/2/09

Σωτήρης Δημητρίου, "Σαν το λίγο το νερό"

Ο Σωτήρης Δημητρίου, έπειτα από μια ποιητική συλλογή, εμφανίστηκε πριν από 22 χρόνια ως έτοιμος διηγηματογράφος, κι έκανε μεγάλη εντύπωση με τις δύο πρώτες συλλογές του κυρίως εξαιτίας της γλώσσας του, που την χαρακτήριζε η πυκνή προφορικότητα μιας, σχεδόν, περασμένης εποχής. Ευρύτερα γνωστός έγινε το 1999 με το μυθιστόρημα «Να ακούω καλά το όνομά σου» που μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο από το Σωτήρη Γκορίτσα με τον τίτλο «Από το χιόνι». Ακολούθησαν τέσσερα ακόμη βιβλία με ήρωες Έλληνες αποσυνάγωγους ή αλλοδαπούς, οι περισσότεροι πάσχοντες από τη «νόσο» της νοσταλγίας, μια εγγενή αδυναμία προσαρμογής στο βίαιο και καταθρυμματισμένο περιβάλλον της σύγχρονης πόλης.
Στο τελευταίο του βιβλίο, «Σαν το λίγο το νερό», ο Δημητρίου σκαλίζει και πάλι τις πληγές του, την αθεράπευτη νοσταλγία του για το «χαμένο κέντρο» της παιδικής του ηλικίας – που στην περίπτωσή του είναι το χωριό Πόβλα, της Ηπείρου. Ο ήρωάς του, ο ίδιος ο συγγραφέας κατά κάποιο τρόπο, πεθαίνει, κι αφού η ψυχή του περιφέρεται για ένα διάστημα άσκοπα, επιστρέφει τελικά στον γενέθλιο τόπο, κι αφήνεται στην αγαπημένη του συνήθεια, να κάθεται και να αφουγκράζεται τις γυναίκες του χωριού να συζητάνε, να λένε ιστορίες από το παρελθόν που σημάδεψαν τη ζωή τους. Στο κεφάλαιο αυτό, με τον τίτλο «Ό,τι έβρεξε το ‘πιε η γη», ο Δημητρίου αναπλάθει, με μεγάλο κέφι και έκδηλη την αγάπη του για τη μητρική γλώσσα, τον χωριανικό τρόπο ομιλίας, αφήνοντας τις γυναίκες να περιπλανιούνται μέσω της γλωσσικής ευφορίας τους στο χώρο και το χρόνο, με εμμονές που αντλούν από τα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου.
Στο κεφάλαιο που ακολουθεί, υπό τον τίτλο «Η παρρησία της συμπόνιας», ο συγγραφέας, ως χαμένη ψυχή, αλλά και ως πρόσωπο, μας δίνει μια εξαιρετικά διεισδυτική και ολοκληρωμένη ανάλυση της ζωής στο χωριό, με γλαφυρότητα, βάθος και συγκινησιακή δύναμη. Με λόγο που ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στη δοκιμιακή και τη βιωματική γλώσσα, αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής στον μικρόκοσμο της κοινότητας σε σχέση με τον κατακερματισμό και τη συναισθηματική απονέκρωση των ανθρώπων των αστικών κέντρων – με έντονο είναι η αλήθεια το στοιχείο της εξιδανίκευσης, από τη μία, και της κάπως μονόπαντης καταδίκης της ζωής στην πόλη, από την άλλη.
Το πρόβλημα άλλωστε με τη νοσταλγία, όσο ταλέντο κι ευαισθησία κι αν ανακινεί, είναι ότι έχει μια πλευρά αδιέξοδη. Όσο καλά κατανοεί ο Δημητρίου τη ζωή στο χωριό, στην κοινότητα, τόσο δυσκολεύεται να δει στην αστική ζωή κάτι πέρα από την απώλεια ενός χαμένου παραδείσου. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος ότι χάνει μεγάλα κομμάτια της αστικής πολυπλοκότητας. Οι σκέψεις του, ακόμη κι αν τους στερήσει κανείς την αξίωση της οικουμενικότητας, διαθέτουν κρυστάλλινη διαύγεια και στέρεη πατημασιά, και διατηρούν το βάρος τους ακόμη κι έξω από το ιδεολογικό-βιωματικό πλαίσιο που τις γέννησε. Αναμφίβολα, ένας συγγραφέας που δεν σου επιτρέπει να τον αγνοήσεις.

Απόσπασμα
«Είδα το χωριό μου και τα συκαρμαθιασμένα γειτονικά χωριά, πριν ακόμη περιχαρακωθούν στο κράτος, και θαύμασα το σφριγηλό πολιτισμό τους. Τα πιο πολλά πράγματα –με δυσκολία, βέβαια– τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αλλά αυτή η δυσκολία τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το σημαντικό και το απαραίτητο και ενστάλαζε στα αντικείμενα αφοσιωμένον χρόνο. Στα οικιακά σκεύη αλλά και στις λαμπρές φορεσιές τους ήταν έκδηλη η καλαισθησία, που δεν γινόταν ποτέ φανταχτερή και ξεχωριστή γιατί την ισορροπούσε η παράλληλη χρηστικότης.» (σ. 93)

2/2/09

Περί «σιωπής των διανοουμένων»

Ο Δεκέμβρης που μας πέρασε, έτσι όπως σημαδεύτηκε από τα «βίαια γεγονότα» ή την «εξέγερση των νέων» –η γλώσσα, βέβαια, δεν είναι ουδέτερη–, υπήρξε μεταξύ άλλων μια σκληρή δοκιμασία για την κριτική ετοιμότητα της ελληνικής διανόησης να κατανοήσει, να ερμηνεύσει, να αναλύσει την κοινωνική πραγματικότητα, να οδηγήσει τη συζήτηση –ως είθισται να λέμε– παρακάτω. Σηκώνει βέβαια πολλή συζήτηση για το ποιοι και υπό ποιες προϋποθέσεις αναλαμβάνουν σε τέτοιες συνθήκες το βάρος της εκπροσώπησης των πνευματικών ανθρώπων – όρος με τον οποίο συχνά αναφέρονται μη «πνευματικοί άνθρωποι» σε κάποια φανταστική κάστα «σοφών» που θα επέβαλλε με το κύρος και την πειθώ της τη δική τους από τα πριν συγκροτημένη άποψη.
Ωστόσο, αν κάτι διακρίνει τον ειλικρινή διανοούμενο από εκείνους που απλώς αναπαράγουν στερεότυπα –αντιεξουσιαστικά, αριστερά, φιλελεύθερα ή δεξιά– είναι ακριβώς η ικανότητά του να δει, ακόμη και μέσα στη φλεγόμενη συγκυρία, πάνω και πέρα από τις έτοιμες εικόνες, τις προκάτ ευαισθησίες, τον ξύλινο λόγο της «συντήρησης» ή της «ανατροπής». Να νοηματοδοτήσει την, ούτως ή άλλως χαώδη, πραγματικότητα με έναν λόγο πυκνό, συγκροτημένο, χρήσιμο. Διότι, σε αντίθεση με τη λογοτεχνία, η κριτική σκέψη οφείλει να σέβεται τον Λόγο, δηλαδή τη λογική συνάρθρωση των επιχειρημάτων, με διαύγεια θέσεων, καθαρότητα προθέσεων, κριτικό έλεγχο. Σε στιγμές κοινωνικής και πολιτικής αναστάτωσης, εύκολα ψαρεύει κανείς στα θολά νερά του ομογενοποιημένου θυμικού, μιας συγκίνησης που επιζητά καθολική γενίκευση, παλλαϊκό χαρακτήρα. Σε τέτοιες δοκιμασίες, κοινωνίες ανώριμες όπως η ελληνική, διακατέχονται από μια σχεδόν μαζοχιστική διάθεση αυτοακύρωσης, στο πλαίσιο ενός τελετουργικού αυτοτιμωρίας με έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία: Την ίδια στιγμή που αισθανόμαστε ο απόπατος του κόσμου (και τούτο ανάγεται σε νομιμοποιητική βάση ακραίων βιαιοτήτων), την ίδια ακριβώς στιγμή φαντασιώνουμε να δίνουμε –για μια ακόμη φορά– τα φώτα στον υπόλοιπο κόσμο. Εδώ, η ακροδεξιά μεγαλομανία, που κατασκευάζει έναν ελληνικό πολιτισμό σε ρόλο φωτοδότη της πρωτόγονης Δύσης («όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες…») συναντά τις αριστερίστικες εμμονές μιας μερίδας πενηντάρηδων που έχουν μεγαλώσει με τα φαντάσματα του Μάη και του Πολυτεχνείου. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενηλικίωση –αναγνώριση του λειψού της επιθυμίας, εξασθένιση των φαντασιώσεων παντοδυναμίας, ανάληψη ευθύνης απέναντι στους νεότερους–, θεωρείται κάποιου είδους ασθένεια την οποία δύνασαι να αποφύγεις απλώς αρνούμενος την πραγματικότητα, κι εν προκειμένω την ιδιότητά της να μεταβάλλεται – και μαζί της ιδέες, κοσμοείδωλα, νοοτροπίες και αντιλήψεις.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το όχι και τόσο αισιόδοξο πλαίσιο, παρατηρήθηκε ένα εξαιρετικά ελπιδοφόρο φαινόμενο: Οι διανοούμενοι –συγγραφείς ή δημοσιογράφοι που καταφέρνουν να αρθρώσουν λόγο, πανεπιστημιακοί που παράγουν πρωτότυπη σκέψη, λιγοστοί καλλιτέχνες– έδωσαν ένα ηχηρό παρών. Με την πλούσια αρθρογραφία τους στον Τύπο ή σε περιοδικά, παρήγαν ένα σημαντικό σώμα κειμένων που λειτούργησε ως ανάχωμα στην αφασία και στα παντός είδους στερεότυπα. Τις τρεις τελευταίες εβδομάδες του Δεκέμβρη, και λιγότερο την πρώτη του Γενάρη, δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα τόσο μεγάλος όγκος υπεύθυνου κριτικού λόγου, είδαν το φως της δημοσιότητας τόσα πολλά συγκροτημένα και ουσιαστικά ευαίσθητα κείμενα, όσο ποτέ τα τελευταία χρόνια. Το βάρος αυτής της προσπάθειας το σήκωσαν, είτε αρέσει αυτό είτε όχι, οι εφημερίδες, με ναυαρχίδες της Κυριακάτικες. Υπήρξαν Κυριακές που χρειαζόσουν ώρες πολλές για να διαβάσεις και να ξαναδιαβάσεις τα δεκάδες κείμενα ή σχόλια που φώτιζαν διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας, τιμώντας πραγματικά το ρόλο του Τύπου σε κρίσιμες ή και οριακές καταστάσεις. Σίγουρα, ο καθένας, αναλόγως τις ευαισθησίες και την πολιτική του τοποθέτηση, έκανε και κάνει τις επιλογές του. Η άποψή μου πάντως είναι ότι όλες οι εφημερίδες –πλην ορισμένων από τις οποίες ούτως ή άλλως κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν περιμένει τίποτε–, κράτησαν ψηλά τον πήχυ της ενημέρωσης, προσφέροντας στους αναγνώστες σφαιρική παρουσίαση των γεγονότων και εργαλεία κριτικής σκέψης και ανάλυσης.
Μολαταύτα, οι φωνές που εγκαλούσαν τους πνευματικούς ανθρώπους, τους διανοούμενους, να «πάρουν θέση», να «ξυπνήσουν από το λήθαργό» τους, να βγουν από τα «χρυσά κλουβιά τους», να «αναλάβουν τις ευθύνες» τους, δεν κόπασαν. Κάποιοι, πληρώνοντας το τίμημα της άρνησης ενηλικίωσης και ανάληψης ρόλου, δεν ικανοποιούνται ποτέ και με τίποτε. Φαίνεται πως μόνο αν γίνουν όλα στάχτη και μπούρμπερη, κατ’ εικόνα του ανερμάτιστου ψυχισμού τους, μόνο τότε αποκτούν σημασία.


Η παραπάνω παθογένεια εκφράζεται με ιδιαίτερα μεγάλη ένταση κάθε φορά που η συζήτηση μεταφέρεται, συχνά με όρους συγκεχυμένους και φρασεολογία που μυρίζει ναφθαλίνη, στο ζήτημα της νομιμοποίησης της βίας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, προτροπές μετριοπάθειας και κατευνασμού των πνευμάτων –μπορεί να υπάρξει αλλιώς παραγωγικός διάλογος, αν βέβαια αυτό είναι που επιθυμούμε;–, όπως για παράδειγμα η απερίφραστη καταδίκη συλλήβδην των πράξεων βίας και αντεκδίκησης, ξεσηκώνουν οργισμένες αντιδράσεις κι εκλαμβάνονται ως ύποπτες προσπάθειες συμψηφισμού. Η υστερία που διοχετεύεται σε αυτές τις αντιδράσεις είναι τόση και τέτοιας τοξικότητας, ώστε συνήθως είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ένα συνεκτικό κι έλλογο πλαίσιο διαλόγου. Ανακατεύονται, φύρδην μύγδην, ετερογενείς συνθήκες και καταστάσεις, ανασύρονται παραδείγματα από το ηρωικό παρελθόν της Επταετίας –που επανέρχεται διαρκώς, σαν το φάντασμα του πατέρα στον Άμλετ, ζητώντας εκδίκηση, μόνο που στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει φόνος ούτε και πτώμα, μονάχα μανία καταδίωξης– ή από τα πάθη του παλαιστινιακού λαού. Επινοούνται παντοδύναμοι πατέρες-αφέντες που ασκούν ανείπωτη βία –συμβολική και υλική– στα ανυπεράσπιστα παιδιά τους. Η βία σχετικοποιείται, η τρομοκρατία επίσης, ενώ οποιαδήποτε παρότρυνση για συμμόρφωση σε γενικούς κανόνες συνύπαρξης εισπράττεται ως ταπεινωτική επιβολή (δεν λείπουν οι σεξουαλικής φύσεως συνδηλώσεις…), στο όνομα της οποίας ο καθένας διεκδικεί ηθικό δικαίωμα βίαιης ανταπάντησης: Το σύνθημα που εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την παρανόηση είναι το γνωστό «βία στη βία της εξουσίας» που κοσμεί σχολεία και πανεπιστήμια, ως οιονεί μεταφυσική αλήθεια.
Μια ακόμη σκέψη, που βασίζεται κυρίως στο βίωμα και την παρατήρηση: Οι πιο λαύροι θιασώτες της άποψης «να ακούσουμε τα παιδιά», «τα παιδιά έχουν δίκιο ό,τι κι αν κάνουν», «εικόνα μας είναι τα παιδιά, εμείς φταίμε» είναι κάτι πενηντάρηδες συν πλην, αιώνιοι έφηβοι που για διάφορους λόγους δεν τόλμησαν ή δεν θέλησαν να κάνουν παιδιά. Δικαίωμά τους. Δίπλα τους, επίσης οργισμένοι και βαθιά ενοχικοί, κάποιοι που, συχνά σε νεαρή ηλικία, συχνότερα χωρίς να το πολυθέλουν, βρέθηκαν στο άχαρο κοστούμι του «μπαμπά» ή στο φουστάνι της «μαμάς», δίχως ποτέ να ξεπεράσουν την αμηχανία που τους γεννούσε ο ρόλος – τόσο συμβατικό και άχαρο τον ήθελε η ηρωική μυθολογία που τους εξέθρεψε. Οι περισσότεροι υπήρξαν ανεπαρκείς, αόρατοι, άφαντοι όταν τα παιδιά τούς χρειάστηκαν. Δεν τους στάθηκαν πραγματικά, δεν τους μίλησαν, δεν τους έδωσαν άξονες ζωής, ηθικό κέντρο στην ύπαρξή τους. Απάτησαν, απατήθηκαν, εξαπάτησαν, εξαπατήθηκαν, και πραγματικά έφτασαν στο σημείο –κι αυτό έχει πράγματι μια δόση τραγικότητας– να μην έχουν να πουν ΤΙΠΟΤΕ ΘΕΤΙΚΟ στα παιδιά τους. Στο κενό που αυτοί δημιούργησαν, ή που δεν κάλυψαν όσο θα έπρεπε, έπεσαν εκείνα –παιδιά της εποχής τους, ταυτόχρονα–, με μοναδική κληρονομιά, ασυνείδητο πρόταγμα, να ζήσουν κι αυτά μια μέρα το δικό τους «Πολυτεχνείο», το δικό τους «Μάη», τη δική τους «Αντίσταση» (θυμηθείτε το πανό στην Ακρόπολη). Απέναντι σε τι, σε ποιον, με ποιο σκοπό, ουδέποτε τους εξηγήθηκε επαρκώς. Λες και κάθε θετική διέξοδος θα σήμαινε αυτόχρημα άρνηση των ιδανικών τους, ταύτιση με τους «βολεμένους», προδοσία του «επαναστατικού κανόνα».
Τελειώνοντας, μερικά (όχι και τόσο) αυτονόητα: Η βία, στη χώρα μας, δεν είναι η εξαίρεση. Είναι ενδημικό φαινόμενο, ο θλιβερός κανόνας της δύσκολης συμβίωσής μας. Χουλιγκανισμός, τρομοκρατία, αστυνομική βία, εργοδοτική αυθαιρεσία, συνδικαλιστικός τσαμπουκάς, οικογενειακή βία, φονική επιθετικότητα στους δρόμους, κ.ά. Σ’ αυτή τη βαθιά διχασμένη και οργισμένη κοινωνία, όλοι επιτίθενται εναντίον όλων καθημερινά. Αν προσθέσει κανείς στο εκρηκτικό κοκτέιλ και το ενάμιση εκατομμύριο μετανάστες, με τα δικά τους δίκια και τις ιδιαίτερες πολιτισμικές αναφορές τους, καθώς και την επερχόμενη οικονομική κρίση, που μοιραία θα πλήξει πρώτα τους αδύναμους, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι μερικά ακόμη… κοκτέιλ μολότοφ. Κάτω από αυτό το πρίσμα, και όχι από εξαρτημένα συντηρητικά ανακλαστικά, το να καταδικάζει κανείς τη βία «απ’ όπου κι αν προέρχεται», ίσως είναι μια ουσιαστικά προοδευτική στάση, κόντρα στη διχαστική και αντικοινωνική κουλτούρα βίας και παραβατικότητας που μας έχει επιβληθεί ως μοίρα σε αυτή τη χώρα. Ειδάλλως, θα είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε ξανά και ξανά, σαν τους τιμωρημένους κάποιας καφκικής αποικίας, το ίδιο πληκτικό έργο – όπως μας υπενθύμισαν με την επανεμφάνισή τους οι αφασικοί Ρομπέν-κουμπουροφόροι.

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύεται στο "Διαβάζω" Φεβρουαρίου)