11/11/08

Ζαν-Πολ Σαρτρ, "Η ναυτία"

Η Ναυτία δεν με εγκατέλειψε και δεν πιστεύω ότι θα με εγκαταλείψει σύντομα· όμως δεν την υφίσταμαι πια, δεν είναι πλέον μια ασθένεια ούτε μια περαστική κακοκεφιά: είναι εγώ.

Είναι αδύνατο σήμερα, εβδομήντα χρόνια από την κυκλοφορία της (1938), να διαβάσει κανείς τη Ναυτία ανεπηρέαστος από το μύθο που τη συνοδεύει. Έναν μύθο που δεν οφείλεται μονάχα στην επιτυχία του μυθιστορήματος, που έκανε τον Ζ.-Π. Σαρτρ διάσημο στα τριάντα τρία του χρόνια, αλλά και στη σημασία με την οποία το επένδυσε ο ίδιος στη συνέχεια, ως πρώιμου μανιφέστου της δικής του εκδοχής του υπαρξισμού. Διαβάζοντας συνεντεύξεις ή κείμενα του Σαρτρ για τη Ναυτία, διαπιστώνει κανείς ότι η αιχμηρή και ακατέργαστη γλώσσα της του προκαλούσε μια μικρή αμηχανία, την ανάγκη αν όχι να απολογηθεί για κάποια από τα σημεία της, τουλάχιστον να επέμβει «διαφωτιστικά», ακόμη και «διορθωτικά». Έχει ωστόσο κανείς την αίσθηση ότι αυτά ακριβώς τα στοιχεία που την καθιστούν πρωτόλειο από φιλοσοφικής άποψης, ο ακραίος της μηδενισμός, ο μισανθρωπισμός της, ο παραληρηματικός της χαρακτήρας, ο υποκειμενισμός της, είναι τα ίδια που της προσδίδουν ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό στίγμα.
Η πλοκή της Ναυτίας, λίγο έως πολύ γνωστή, είναι περίπου η εξής: ο Αντουάν Ροκαντέν, ένας άντρας που έχει ταξιδέψει και έχει ζήσει έντονη ζωή, εγκαθίσταται σε μια επαρχιακή γαλλική πόλη, την Μπουβίλ (τοπωνύμιο επινοημένο από τον συγγραφέα) για να γράψει τη βιογραφία του μαρκήσιου ντε Ρολμπόν (πρόσωπο επινοημένο, επίσης) μελετώντας τα στοιχεία που υπάρχουν για τη ζωή του στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης. Η διαμονή του στη Μπουβίλ θα εξελιχθεί σε μια ιδιάζουσα υπαρξιακή κατάρρευση, που παίρνει τη μορφή αλλεπάλληλων κρίσεων, τις οποίες ο ίδιος βαφτίζει «ναυτία». Οι κρίσεις αυτές συνοδεύονται και ενισχύονται από μια όλο και πιο απογυμνωμένη θέαση του κόσμου, ο οποίος εμφανίζεται σαν ένα τυχαίο συνονθύλευμα στοιχείων όπου πράγματα και άνθρωποι συνυπάρχουν ισότιμα έξω και πέρα από κάθε νόημα. Στο τέλος, υπό τους ήχους ενός τζαζ κομματιού, ανακαλύπτει ότι η δημιουργία, που στην περίπτωσή του ταυτίζεται με τη γραφή, είναι το μοναδικό αντίδοτο στην α-νοησία της ύπαρξης, ο μοναδικός τρόπος να αποτινάξει κανείς από πάνω του το άχθος της πραγματικότητας.

Ενδεχομενικότητα και περιπέτεια
Το μυθιστόρημα, που έχει τη μορφή μιας μη συστηματικής ημερολογιακής καταγραφής, συμπυκνώνει την προσπάθεια του Ροκαντέν να περιγράψει «αυτό που δεν περιγράφεται», να διεισδύσει στον πυρήνα της δυσφορίας του. Στο πρώτο μέρος του, κι ενόσω ο ήρωάς του διατηρεί ακόμη τη συνοχή του, ο Σαρτρ πειραματίζεται με διάφορα είδη γραφής, «παίζοντας» με τις παραδοσιακές μορφές αναπαράστασης. Σκιαγραφεί το πορτρέτο του Αυτοδίδακτου, ενός αξιολύπητου «ανθρωπιστή» που έχει βαλθεί να διαβάσει όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης με αλφαβητική σειρά· επιδίδεται σε σχοινοτενείς περιγραφές της καθημερινότητας, στα καφέ, στους δρόμους και στα πάρκα της πόλης, οικτίροντας τον τρόπο ζωής των αστών και την αυτάρεσκη νηφαλιότητά τους. Όσο όμως η αφήγηση βαθαίνει, και μαζί της η κρίση του ήρωα, τόσο ο εξωτερικός κόσμος θολώνει και η γραφή επικεντρώνεται στη λύση του γρίφου που τον βασανίζει. Η αποκάλυψη θα έρθει κατά τη διάρκεια μια συνηθισμένης βόλτας στο πάρκο, όταν, ευρισκόμενος σχεδόν σε έκσταση, ο Ροκαντέν βιώνει τον κόσμο, σε μια, θα λέγαμε, προγλωσσική διάστασή του. Τα πράγματα δεν υπακούουν σε καμιά νομοτέλεια, καμιά λογική. Ο άνθρωπος, αδύναμος να διαφοροποιηθεί από αυτά, είναι θύμα της αδυσώπητης «ενδεχομενικότητας» (contingence) της ύπαρξης, καταδικασμένος να φτιάχνει ο ίδιος τη μοίρα του.
Εκτός από την έννοια της «ενδεχομενικότητας», την οποία αργότερα επεξεργάστηκε στο κυρίως φιλοσοφικό του έργο, ο Ζ.-Π. Σαρτρ εισάγει στη Ναυτία μια ακόμη σημαντική έννοια, αυτή της «περιπέτειας», ιδωμένης ως μιας μη πραγματοποιήσιμης δυνατότητας. Μερικά χρόνια μετά, στα Σημειωματάρια από τον αλλόκοτο πόλεμο (“drôle de guerre” ονομάστηκε η πρώτη φάση του πολέμου του 1939-45 εξαιτίας της ηρεμίας που επικρατούσε στο μέτωπο), αναλογιζόμενος τη δυσφορία του «Ροκαντέν του», θα παρατηρήσει: «Η περιπέτεια είναι ένα ζωντανό ον του οποίου η φύση είναι να εμφανίζεται μόνο στο παρελθόν δια μέσου της αφήγησης».
Η ανά χείρας μετάφραση της Ναυτίας είναι επεξεργασμένη και ρέουσα. Συνοδεύεται δε από διαφωτιστικές σημειώσεις της μεταφράστριας (χωρίς τον υπερβάλλοντα ζήλο ή την επίδειξη ευρυμάθειας που συνηθίζεται), αναλυτική εργογραφία του συγγραφέα-φιλοσόφου, καθώς και από μια σειρά από κείμενα ή συνεντεύξεις του που βοηθούν τον αναγνώστη να τοποθετήσει το κομβικό αυτό μυθιστόρημα στο πλαίσιο του ευρύτερου έργου του.