Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24/1/10

Λίλα Κονομάρα, "Η αναπαράσταση"

Η 50χρονη σήμερα Λίλα Κονομάρα, με σπουδές γαλλικής λογοτεχνίας και μεταφραστικό έργο στο ενεργητικό της, έγινε γνωστή στη λογοτεχνική κοινότητα με το πρώτο της κιόλας βιβλίο, τη σύνθεση από δύο νουβέλες ονόματι «Μακάο» (εκδ. Πόλις), για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως του περιοδικού «Διαβάζω». Ήδη από τότε, έδειχνε μια προτίμηση σε θεματολογίες στις οποίες σημαντικό ρόλο παίζουν οι συμβολισμοί του ταξιδιού, με φόντο τα αφηγηματικά μοτίβα της φανταστικής λογοτεχνίας και των ιστοριών μυστηρίου: Τα περιγράμματα γίνονται πιο ρευστά, κάθε λογής βεβαιότητες ανατρέπονται. Στο βιβλίο που ακολούθησε, «Τέσσερις εποχές – λεπτομέρεια» (Μεταίχμιο), οι αναζητήσεις της σε υπαρξιακά μοτίβα συνεχίστηκαν, κι αφού μεσολάβησε ένα βιβλίο για παιδιά, κυκλοφόρησε πριν τα Χριστούγεννα το τέταρτο και πλέον φιλόδοξο λογοτεχνικό έργο, Η «Αναπαράσταση».

Αφορμή για να κινηθεί η ιστορία του μυθιστορήματος είναι η εξαφάνιση ενός ταλαντούχου μεσήλικα συγγραφέα, του Αντρέα Παράσχου, για τον οποίο εικάζεται ότι είναι νεκρός, χωρίς ωστόσο το πτώμα να έχει βρεθεί. Όποιες αναλογίες με την ιστορία του καθηγητή Λιαντίνη φαίνεται να τελειώνουν εδώ ­­– ή μήπως όχι; Εντούτοις, φαινομενικά πρόωρα, ένας φίλος του ακαδημαϊκός αρχίζει να γράφει τη βιογραφία του. Επισκέπτεται την αδελφή του, συγγενείς του, κοντινά του πρόσωπα. Οικειοποιείται τα ημερολόγιά του και την αλληλογραφία του με μια συνάδελφό του λογοτέχνη με την οποία φαίνεται να τους συνδέει βαθιά ψυχική συγγένεια. Μαθαίνουμε έτσι για το πώς μεγάλωσε μέσα σε μια πλούσια και κοσμοπολίτικη οικογένεια καπνεμπόρων, πώς στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκε, πέρασε μερικά χρόνια αναζητήσεων και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης στο Παρίσι, και κατέληξε μέσα από τις αναζητήσεις του συγγραφέας που χαίρει σεβασμού στο χώρο του.

Όλα αυτά δίνονται στον αναγνώστη μέσα από ποικίλες τεχνικές: συνεντεύξεις, αφηγήσεις, σπαράγματα, την αλληλογραφία του με την ομότεχνή του Ελλη Στεργίου. Ο επίδοξος βιογράφος δεν παραλείπει να επισκεφτεί τα μέρη όπου έζησε ο συγγραφέας, Παρίσι, Βερολίνο, Σαμοθράκη, Ξάνθη, αναζητώντας κάτι που να ξεκλειδώνει τόσο το υπαρξιακό μυστήριο του ήρωα όσο και την αστυνομική ίντριγκα που σταδιακά ξεδιπλώνεται. Παράλληλα, σκιαγραφούνται οι τοπικές κοινωνίες, τα πομάκικα χωριά με τις ποικίλες κοινωνικές και πολιτισμικές αντιθέσεις τους, η Ξάνθη με τον προερχόμενο από το εμπόριο καπνού πλούτο, η ακμή της και η παρακμή της, το ξεχωριστό οικογενειακό περιβάλλον μες στο οποίο γαλουχήθηκε ο Παράσχος.

Το βαθύτερο ερώτημα, βέβαια, του μυθιστορήματος συναντά ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της λογοτεχνίας: Κατά πόσον μπορεί η γλώσσα να συνθέσει μια πειστική αναπαράσταση του βίου ενός ανθρώπου, και κατ’ επέκταση του κόσμου. Κι ακόμη μακρύτερα: Κατά πόσον κάθε αναπαράσταση δεν είναι απλώς μια κατασκευή εκείνου που την επινοεί, με την πραγματική πραγματικότητα να χάνεται κάπου στο βάθος, σε ένα απροσπέλαστο για την ανθρώπινη συνείδηση πεδίο. Ένα ενδιαφέρον και σημεία σημεία συναρπαστικό βιβλίο, που όμως «σκοντάφτει» συχνά στις ενδολογοτεχνικές αναζητήσεις του.

5/1/10

Σάκης Σερέφας, "Θα σε πάρει ο δρόμος"

Ο Σάκης Σερέφας, γέννημα-θρέμμα Θεσσαλονικιός, αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση συγγραφέα. Τόσο ο όγκος του έργου του ­–37 βιβλία!­– όσο και η διαρκής μεταπήδησή του από το ένα λογοτεχνικό είδος στο άλλο συνθέτουν ένα περίπλοκο ψηφιδωτό από ποίηση, διηγήματα, αφηγήματα, μελέτες – και τα τελευταία χρόνια όλο και συχνότερα από θεατρικά έργα. Ειδικότερα στο θέατρο φαίνεται να έχουν βρει διέξοδο το γλωσσικό ταμπεραμέντο του συγγραφέα και η έντονη προφορικότητα της γραφής του. Ετσι, διόλου τυχαία η σκηνική εκδοχή των έργων του τον έκανε γνωστό και στο ευρύτερο κοινό, εκτός λογοτεχνικής κοινότητας. Ο κύκλος άνοιξε με το «Μαμ» (Αμόρε, 2006), που του χάρισε και το Βραβείο Κουν της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών, και συνεχίστηκε με τα «Λιωμένο βούτυρο» (Εθνικό, 2007), «Σεμινάριο βλακείας» (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κέρκυρας), κ.ά., όλους τους έργα που ευτύχησαν τόσο καλλιτεχνικά όσο και εμπορικά.

Κάπου ανάμεσα στον πεζό λόγο και στο σπονδυλωτό θεατρικό έργο στέκεται και το πρόσφατο βιβλίο του «Θα σε πάρει ο δρόμος», το οποίο ανέβηκε ήδη στο θέατρο (Πειραματική σκηνή της «Τέχνης», 2009). Από άποψη φόρμας, πρόκειται για συλλογή διηγημάτων, αλλά ο προσεκτικός αναγνώστης γρήγορα διαπιστώνει ότι αυτό που ενώνει όλα τα κομμάτια της συλλογής είναι η έλλειψη εξωδιηγητικού αφηγητή. Ολες οι ιστορίες είναι αποτέλεσμα άμεσου λόγου: ακόμη κι οι διάλογοι είναι ενταγμένοι σε μια εξιστόρηση που απευθύνεσαι στον άλλον άμεσα και ζωντανά, σαν να βρίσκεται σε σκηνή. Πρόκειται εν ολίγοις για μικρά, πολύ μικρά, μονόπρακτα.

Οι ιστορίες του Σερέφα μοιάζουν βγαλμένες από τα απόνερα της ζωής απλών ανθρώπων. Πόρνες, σουβλατζήδες, μοναχικές γριές, ταξιτζήδες, κούριερ, πικραμένες ερωμένες, οι ήρωες και οι ηρωίδες του δεν είναι βγαλμένοι από σελίδες κομψευόμενης λογοτεχνίας αλλά από τον απόπατο της ζωής. Παράδειγμα; Εκκρίσεις, αίματα, ιδρώτες, σώματα, σεξουαλικές επιθυμίες και παράδοξες σκέψεις για το σύμπαν, τη ζωολογία, τους εξωγήινους, αναμειγνύονται όλα κάτω από την αναρχική πένα του συγγραφέα, με μεθυστική αλαφράδα.

Επίσης, ο Σερέφας –το γνωρίζουμε κι από άλλα γραπτά του– έχει μεγάλη αδυναμία στις στατιστικές, είναι συστηματικός ρέκτης πληροφοριών – ειδικά εκείνων που δεν χρησιμεύουν σε τίποτε. Παράδειγμα: Πόσα όνειρα βλέπει ένας άνθρωπος το χρόνο; Πόσα βλεφαρίσματα κάνει κάθε μέρα; Πόσα λίτρα σάλιο παράγει ανά μήνα; Δεκάδες «άχρηστα» νούμερα πέφτουν στο τραπέζι, υπονομεύοντας την τάση για εξήγηση των πάντων μέσα από την επιστημονική γνώση. Από τη μια ιστορία στην άλλη, από το ένα ξάφνιασμα στο άλλο, ακόμη κι όταν έχει κανείς την αίσθηση ότι μερικές φορές ο συγγραφέας δεν μπορεί ή δεν θέλει να ξεχωρίσει το σημαντικό από το ανούσιο, η ανάγνωση τρέχει σαν τρένο στις ράγες του. Ανάμεσα στην αναγνωστική απόλαυση και τη συγγραφική προειδοποίηση: «Ολους μας μπορεί να μας καταπιεί κάνα βράδυ το όνειρο, το ξέρεις;».

13/10/09

Ώριμες καταθέσεις

Αν ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα ήταν πεδίο προβληματισμού, αναστοχασμού, συζήτησης –και όχι αρένα άγονων ξιφουλκήσεων και κουτσομπολιού– το μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη, "Κόκκινο στην πράσινη γραμμή" (Μεταίχμιο) με θέμα τον «άγνωστο» πόλεμο στην Κύπρο, θα είχε γίνει θέμα ακόμη και στα δελτία ειδήσεων. Άλλωστε, το 2009 ήρθαν στο φως νέα στοιχεία –κι όπως αναμενόταν, επώδυνα– σε σχέση με το ζήτημα των αγνοουμένων· οι ευκαιρίες δεν έλειψαν.

Ο 58χρονος Βασίλης Γκουρογιάννης, δικηγόρος στο επάγγελμα, είχε και σε προηγούμενο μυθιστόρημά του, το «Βέβηλη πτήση» (Μεταίχμιο, 2003), ασχοληθεί με πτυχές των εθνικών θεμάτων, ωστόσο με το «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» αναμετράται μυθοπλαστικά με μια χαίνουσα πληγή, απέναντι στην οποία η ελλαδική κοινωνία, γαλουχημένη στην ευδαιμονική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, αισθάνεται αμηχανία – αν όχι και κάποια δυσφορία. Άλλωστε, το ελλαδικό μιντιακό δόγμα που συνοψιζόταν στη φράση «το κυπριακό δεν πουλάει» τι άλλο μαρτυρούσε παρά αυτή τη διάθεση απώθησης της τραγωδίας, άτακτης φυγής προς τα εμπρός; Για τους Κύπριους βέβαια η «φυγή» δεν ήταν εύκολη υπόθεση, ούτε και για τους επιζήσαντες ελδυκάριους (ΕΔΛΥΚ – Ελληνικές Δυνάμεις Κύπρου). Κι όσο για τους 4.000 νεκρούς μας, ο αριθμός τους λειτουργεί παραλυτικά σήμερα, μια και οι περισσότεροι έχουμε την αίσθηση ότι ο τουρκικός στρατός το καλοκαίρι του 1974 προέλαυνε χωρίς ουσιαστική αντίσταση. (Δυστυχώς, η παρουσία της ΕΛΔΥΚ στην Κύπρο συνδέθηκε περισσότερο με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και τα όσα ακολούθησαν, παρά με τη, συχνά ηρωική, συμμετοχή των στρατιωτών της στις μάχες…)

Ο Γκουρογιάννης κάνει χρήση ενός έξυπνου ευρήματος, τη διοργάνωση ενός συνεδρίου βετεράνων σήμερα στη μεγαλόνησο, καταφέρνοντας έτσι να «μαζέψει» στον τόπο του δράματος όλες τις πλευρές – ακόμη και τους απαραίτητους εκπροσώπους της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Αυτό δίνει πολλαπλές ευκαιρίες στον συγγραφέα να συνδυάζει μαρτυρίες από μάχες και πολεμικά γεγονότα με τη σκιαγράφηση χαρακτήρων – οι περισσότεροι, ακρωτηριασμένοι ψυχικά (συχνά και σωματικά) από τη συμμετοχή τους σε έναν πόλεμο που κανείς δεν θέλει να θυμάται. Ο κεντρικός ήρωας, δικηγόρος και πρόεδρος του μεγαλύτερου συλλόγου ελλαδιτών βετεράνων, είναι ένας έξυπνα σχεδιασμένος χαρακτήρας, που ισορροπεί διαρκώς στην κόψη της ματαίωσης, αφήνοντας σχεδόν μέχρι τέλους ερωτηματικά για διάφορες πτυχές της προσωπικής εμπλοκής του. Εν κατακλείδι: Ένα πλούσιο, τολμηρό, καλά σχεδιασμένο μυθιστόρημα, το οποίο ακόμη κι αν έχει ορισμένα προβλήματα οικονομίας –κακά τα ψέματα, πόσα μυθιστορήματα 450 σελίδων δεν έχουν;–, καταφέρνει να διαπραγματευτεί ζωντανά και πολυεστιακά ένα σχεδόν ανεκμετάλλευτο από την πεζογραφία μας κοίτασμα.

Σε εντελώς άλλο μήκος κύματος η 41χρονη Άντζελα Δημητρακάκη (διδάσκει θεωρία της σύγχρονης τέχνης στο πανεπιστήμιου του Εδιμβούργου), επιχειρεί να φέρει με δραστικό τρόπο στα καθ’ ημάς ποικιλία προβληματισμών από το χώρο της σύγχρονης κριτικής θεωρίας και των πολιτισμικών σπουδών – συνεισφορά που συχνά αντιμετωπίζεται με ανασηκωμένα φρύδια, παρότι είναι κοινή παραδοχή ότι η πεζογραφία στη χώρα μας δεν διαφεύγει συχνά του γενικότερου επαρχιωτισμού που χαρακτηρίζει τα πολιτιστικά μας πράγματα. Η ιστορία της στο "Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα" (Εστία) είναι καταρχάς απλή: Η Κατίνα Μελά, γόνος ιδιόρρυθμης ελληνοαμερικανικής οικογένειας και μελετήτρια της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, φτάνει στην Αθήνα τον Σεπτέμβρη του 2006 και προσπαθεί, με όχι ιδιαίτερη επιτυχία, να ενταχθεί στην αθηναϊκή κοινωνία. Παράλληλα, προσπαθεί να βάλει την ζωή της σε μια σειρά, να συμφιλιωθεί με πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος, αλλά και με ζητήματα που σχετίζονται με τις ερωτικές της επιλογές, μια και είναι συνειδητοποιημένη λεσβία.

Το βιβλίο της Δημητρακάκη χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, που αντιστοιχούν σε τέσσερις διακριτές αφηγηματικές στρατηγικές. Στο πρώτο μέρος, έχουμε σε παράθεση την εξερχόμενη αλληλογραφία (ιμέιλ και επιστολές) της Κατίνας προς διάφορους αποδέκτες, με βασικότερο τον αδελφό της στην Αμερική. Σκέψεις για το παρελθόν, εμπειρίες από την καθημερινότητα, συνδυάζονται με σπαραξικάρδιες εκκλήσεις προς την πρώην σύντροφό της, την Ταμάρα, με την οποία έχει χωρίσει έπειτα από επταετή δεσμό.

Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνονται οι καταγραφές στο ημερολόγιό της. Το στρατήγημα αυτό, η παράθεση δύο διαφορετικών αφηγήσεων πάνω στην ίδια χρονική περίοδο, και μάλιστα από το ίδιο άτομο, παράγει μια εντύπωση διαδοχικών επιστρώσεων της πραγματικότητας που αφήνει πολλαπλές διόδους στον αναγνώστη. Στο τρίτο μέρος διαβάζουμε την εισήγηση της ηρωίδας σε ένα συνέδριο στους Δελφούς με θέμα την ελληνικής καταγωγής ποιήτρια Θαλασσία Ύλη – την οποία έχει μελετήσει πολλαπλώς η Κατίνα. Τέλος, το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με την παράθεση μιας μακροσκελούς συνέντευξης της ποιήτριας, σε μετάφραση της ηρωίδας.

Πολλά και διόλου ευκαταφρόνητα τα επιτεύγματα της Δημητρακάκη – στο πιθανότατα ωριμότερο και πιο οικονομημένο βιβλίο της. Καταρχάς η ηρωίδα της, η Κατίνα Μελά, είναι ένας από τα πιο ενδιαφέροντες, σύγχρονους και ρευστούς χαρακτήρες της πεζογραφίας μας των τελευταίων χρόνων· η επαφή της με την ελληνική πραγματικότητα, με αδιόρατο χιούμορ και γνήσια έκπληξη, δίνει μια εξαιρετικά πρωτότυπη και πέρα από κάθε λογής στερεότυπα εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Επίσης: Η πραγμάτευση της ομοφυλοφιλίας της ηρωίδας της, με τον απροκάλυπτο, συχνά ωμό τρόπο με τον οποίο εκφράζεται, δίνει την ευκαιρία στη συγγραφέα να προσεγγίσει σε βάθος το ζήτημα της ταυτότητας, της ξενικότητας, της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης στον σύγχρονο κόσμο, χωρίς να εγκλωβίζεται σε θεωρητικά σχήματα και παγιωμένες αντιλήψεις. Η προσέγγισή της είναι ουσιαστικά ποιητική, ακόμη κι όταν ψελλίζει σκέψεις για τη ασυμβατότητα του πεζού λόγου με τον σύγχρονο κόσμο, και την ίδια στιγμή ειρωνική, αφού το πρόσωπο που την έχει στοιχειώσει είναι ποιήτρια.

Αν υπάρχει ένα σημείο το οποίο θα μπορούσε να γίνει αφετηρία κριτικής κουβέντας, αυτό θα είχε να κάνει με την παντελή έλλειψη θετικού ανδρικού προτύπου στο μυθοπλαστικό σύμπαν του βιβλίου, αφού πλην του βάναυσου πατέρα και του παραβατικού αδελφού, όλα τα υπόλοιπα αρσενικά είναι ομοφυλόφιλοι. Η σαγήνευση της ηρωίδας από το δίπολο κόρης-μάνας μοιάζει στιγμές στιγμές να «καθηλώνει» και την ίδια τη συγγραφέα στους κόλπους ενός σύμπαντος που φαντάζει αυτάρκες και αυτοτροφοδοτούμενο. Μεγάλη και δύσκολη συζήτηση· αναμφίβολα, μια από τις πολλές που θα μπορούσαν να ξεκινήσουν με αφορμή αυτό το άκρως ερεθιστικό μυθιστόρημα.

26/5/09

Νίκος Κουνενής, "Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου"

Όταν ο τηλεοπτικός μεγαλοδημοσιο-γράφος Ηρακλής Γαρουφαλλίδης πέφτει νεκρός από σφαίρα στο κέντρο της πόλης, κανείς δεν εξεπλάγη πραγματικά, παρά το απρόσμενο του γεγονότος. Έχοντας καλλιεργήσει για πολλά χρόνια επιμελώς του προφίλ του μάχιμου και αποκαλυπτικού ρεπόρτερ, ο Δημοσιογράφος είχε κάνει πράγματι κάμποσους εχθρούς, τους οποίους ωστόσο, όταν περνούσε η όξυνση, φρόντιζε να κατευνάζει μέσα από τις εκπομπές του. Τούτη τη φορά ωστόσο κάτι είχε ξεφύγει από τον έλεγχό του, και μάλιστα οριστικά, και το ερώτημα πλανιόταν για μέρες πάνω από την μολυσμένη ατμόσφαιρα της Ακρονησίας; Ποιος είναι ο δολοφόνος του Ηρακλή Γαρουφαλλίδη;
Την εξιχνίαση αυτής της –φαινομενικά μονάχα δύσκολης, όπως αποδεικνύεται– υπόθεσης καλείται να φέρει σε πέρας ο δαιμόνιος ιδιωτικός ντετέκτιβ Ι.Χ. (Ιεροκλής Χλομός), με την μάλλον αδύναμη συνεπικουρία του βοηθού του Ι.Β. (Ιωάννη Βίσωνα). Αρωγός στην προσπάθειά τους, ένας ψευδώνυμος και μάλλον φαιδρός συγγραφέας, ο Ν. Α. Κόνικλος, ο οποίος έχει σε χρόνο ρεκόρ συγγράψει ένα σατυρικό βιβλίο με κεντρικό ήρωα τον μεγαλοδημοσιογράφο. Η δομή του βιβλίου είναι στο πρότυπο των Άθλων του μυθικού Ηρακλέους, μόνο που στους σύγχρονους αυτούς άθλους πρωταγωνιστής και ήρωας είναι ο Ηρακλής… Σπίλος. Μέσα από τα δώδεκα αυτά επεισόδια της καριέρας του, σε καθένα από τα οποία τα «βάζει» και με κάποια «μεγάλα συμφέροντα» διαφαίνεται (κατά τον Ι.Χ.) η ταυτότητα του δολοφόνου. Ωστόσο, σοφά ποιώντας, ο συγγραφέας έχει αφήσει ανολοκλήρωτο το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, φοβούμενος μήπως η πραγματικότητα (πάντοτε πιο ευτράπελη από τη φαντασία) διαψεύσει τις εικασίες του.
Και πράγματι: Ακολουθώντας την ανάγνωση του βιβλίου του Κόνικλου, παρακολουθούμε μια σύγχρονη εποποιία, με αναλογίες και αναφορές στη μυθολογία, απ’ όπου αντλεί ο συγγραφέας ονόματα και θέματα. Για παράδειγμα, ο άθλος με τον τίτλο «Το λιοντάρι της Νεμέας», αναφέρεται στο πώς κατάφερε ο Ηρακλής Σπίλος (μυθιστορηματική περσόνα του Γαρουφαλλίδη) να εξουδετερώσει τον μεγάλο εχθρό του καναλάρχη αφεντικού του, τον Λέοντα Εμφιλοχωρίτη, αδέκαστο δημοσιογράφο που βάλλει καθημερινά κατά τον ποικίλων ημιπαράνομων δραστηριοτήτων του. Στον πρώτο τούτο άθλο, ο Σπίλος αναπτύσσει μια από τις πιο «κλασικές» τακτικές του εκβιασμού, πιάνοντας στα πράσα τον αδέκαστο δημοσιογράφο με τη σύζυγο υπερυπουργού – και μάλιστα σε ιδιαίτερα περίπλοκες και ευφάνταστες περιπτύξεις.
Όσο οι άθλοι του Ηρακλή Σπίλου διαδέχονται ο ένας τον άλλον (κάνοντας κάθε φορά κι από έναν θανάσιμο εχθρό), τόσο και η φαντασία του συγγραφέα Κόνικλου (ή Κουνενή) εκτρέπεται προς την παρωδία, δημιουργώντας συχνά εξωφρενικά απολαυστικές παρωδιακές καταστάσεις. Από τις πλέον πετυχημένες, η –μοιραία σκατολογική– παρωδία του άθλου με την Κόπρο του Αυγεία. Για τις ανάγκες του, ο Κόνικλος σοφίζεται την ύπαρξη ενός πρότυπου οικισμού, ιδιοκτησίας του μεγιστάνα Χέλμουτ Αυγεία, ο οποίος πέρα από τις ποικίλες αρχιτεκτονικές και τεχνολογικές καινοτομίες του διακρίνεται κυρίως για μία: Το αποχετευτικό του σύστημα, κόντρα στα συνηθισμένα, δεν είναι υπόγειο, αλλά εναέριο. Με ειδικά συστήματα που περιγράφονται αναλυτικά, τα λήμματα μεταφέρονται μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα σωληνώσεων προς το χώρο εναπόθεσής τους. Φαντάζεστε λοιπόν τι συμβαίνει όταν ένα ελικόπτερο προσκρούσει στις εναέριες σωληνώσεις της καινοτόμου πολίχνης... Ομοίως, ο Κόνικλος-Κουνενής δεν φείδεται παιγνίων στην αφήγηση: Ο τρίτος άθλος, Το ελάφι της Κερύνειας, μας γνωστοποιείται μέσα από στίχους σε ρυθμούς χιπ χοπ, ενώ επίσης έμμετρη είναι η αφήγηση του ενδέκατου άθλου, Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων.
Ο Νίκος Κουνενής ακολουθεί έναν δρόμο μοναχικό, αφού ελάχιστοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς φαίνεται να μπαίνουν στον πειρασμό να οδηγήσουν παραπέρα την παράδοση του Ροΐδη. Στο προηγούμενο πεζό του, τη νουβέλα «Ω, του θαύματος», η παρωδία των περί την εκκλησία θαυμάτων και τα ευτράπελα που συχνά τα συνοδεύουν ήταν απολύτως επιτυχής. Σε μέγεθος μυθιστορήματος πια, με τον «Μύθο του Ηρακλή Σπίλου» υπερβαίνει και πάλι επιτυχώς τους κινδύνους του εγχειρήματος, οι οποίοι καταρχάς σχετίζονται με το εύρος του και την εφ’ όλης της ύλης διεκτραγώδηση της ελληνικής πραγματικότητας που επιβάλει. Ακόμη δυσκολότερο εγχείρημα: Να καταφέρνει να βγάζει γέλιο, αλλά και λογοτεχνικό αποτέλεσμα, παρωδώντας μια πραγματικότητα που έχει προ πολλού μεταλλαχθεί η ίδια σε παρωδία.

Απόσπασμα

«[...] Βραβεία για τη σύνθεση / και για την ερμηνεία, / που οι φίρμες τα διεκδικούν / με πάθος κι αγωνία.
Μια μέρα πριν τη βράβευση / (στην πρωινή εκπομπή του), / ο Σπίλος έκανε γνωστή / μια γκέλα του Κλαρίτου.
Του διάσημου συνθέτη μας / με τ’ άπειρα σουξέ του / που τόσο απογείωσαν / το φοβερό τουπέ του.
Ο Ηρακλής βεβαίωσε / πως το προς κρίσιν άσμα / είναι αποτέλεσμα κλοπής, / μαύρης απάτης πλάσμα.
Συγκρίνοντας τις μουσικές / Κλαρίτου και Σπινέλι, / ο Σπίλος τον δημιουργό / έπνιξε σαν κουνέλι.
Ως χθες τον είχαν φαβορί / και τώρα στην ξεφτίλα. / Αταίριαστες οι λαμογιές / με τα χρυσά τα μήλα.» (από το κεφάλαιο «Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων»)

4/5/09

Δημήτρης Νόλλας, "Ναυαγίων πλάσματα"

Βγαλμένη από τα δελτία ειδήσεων των τελευταίων χρόνων μοιάζει η αρχική ιδέα της σύντομης αυτής νουβέλας του Δημήτρη Νόλλα, αφού η ιστορία ξεκινάει με το ναυάγιο ενός σαπιοκάραβου γεμάτου λαθρομετανάστες κοντά στις ακτές αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Όπως συμβαίνει συχνά και στην πραγματικότητα, τραγική είναι η κατάληξη για τους δυστυχείς που επέβαιναν στο μότορσιπ, με την εξαίρεση μιας γυναίκας και του μωρού της αδελφής της. Η Ασμάτ, όπως είναι το όνομά της, θα παραμείνει τελικά στο νησί, συνάπτοντας ερωτική σχέση με τον Ρήγα, τον λιμενικό που την έσωσε, ο οποίος ωστόσο είναι αρραβωνιασμένος, για λόγους συμφέροντος ή συμβατικότητας, με μια ντόπια.
Η ιστορία πυροδοτείται όταν γίνεται γνωστός ο μυστηριώδης θάνατος της Ασμάτ, οπότε και αρχίζει ένα γαϊτανάκι υποψιών και ενοχών ανάμεσα στα βασικά πρόσωπα του δράματος. Ο μπανιστιρτζής υπολιμενάρχης, ο επονομαζόμενος και «Μπάντμαν», όχι και τόσο κακός όμως στο βάθος· ο μηχανικός που τυφλώθηκε από έκρηξη στο λεβητοστάσιο, φιγούρα υποβλητική μα και λιγάκι φοβιστική· η συμβατική αρραβωνιαστικιά, ο παπάς, άλλοι νησιώτες. Ο Νόλλας, βάζει μάλιστα το δυσάρεστο γεγονός να λαμβάνει χώρα τις μέρες της Αποκριάς, η οποία στο συγκεκριμένο νησί έχει αρκετά διονυσιακό χαρακτήρα, στοιχείο που εξάπτει κι άλλο τα πνεύματα, φέρνοντας στην επιφάνεια τις ανεπάρκειες και τις κρυφές επιθυμίες των ανθρώπων του χωριού. Στο τέλος, ο θάνατος της Ασμάτ μένει μετέωρος ανάμεσα στο φόνο και στην αυτοκτονία, αλλά πια δεν έχει σημασία: Η πάλαι ποτέ κοινότητα του νησιού είναι ήδη αποσαρθρωμένη. Ο εχθρός, ο άλλος, είναι εδώ και καιρό μέσα από τα τείχη.
Ο Νόλλας στήνει την ιστορία του με μαεστρία, εμπιστευόμενος την εξιστόρηση σε έναν εξωδιηγητικό αφηγητή, που απλώς άκουσε την ιστορία, εντάσσοντάς την έτσι στο πλαίσιο μιας προφορικής παράδοσης, στην οποία ιστορίες και μύθοι διαπλέκονταν δημιουργικά, καθρεφτίζοντας τους φόβους και τις προσδοκίες της κοινότητας. Να παρατηρήσουμε, τέλος, ότι παρά τον σύγχρονο και ανοιχτό τρόπο με τον οποίο είναι αρθρωμένη η ιστορία του Νόλλα, ο τίτλος “Ναυαγίων πλάσματα” παραπέμπει στο διήγημα του Παπαδιαμάντη “Ναυγαγίων Ναυάγια”. Αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα θυμίζουν χαρακτήρες του Σκιαθίτη συγγραφέα, χωρίς βέβαια το σύνολο να χάνει την αυτοτέλειά του.

Απόσπασμα
«Φοβάμαι. Ψιθύριζε η Ασμάτ ξανά και ξανά, τρυφερά, διστακτικά, λέξεις που επαναλαμβάνονταν με την έγνοια καρφωμένη στις άκρες τους. Σαν κάτι κακό να είχε πλησιάσει τόσο πολύ κοντά, όπως όταν σταλαγματιές το φαρμάκι αιωρείται πάνω από τον κοχλία του αυτιού, ανθρώπου παραδομένου στα όνειρα.
Κι ο Ρήγας, ανίκανος, αβοήθητος κι ο ίδιος, ένιωθε το φόβο να τους πλησιάζει και να τους σκεπάζει, τινάζοντάς τους στα βράχια, τα μαύρα και ασάλευτα βράχια, κάτω από το αφρισμένο άγριο νερό που πηγαινοέρχεται ξανά και ξανά, τρώγοντας με αιώνια υπομονή τις σκαλισμένες επιφάνειές τους. Από πολύ παλιά και πάντα το ίδιο.» (σ. 37)

31/3/09

Τατιάνα Αβέρωφ, "Θράσος"

Πώς να μιλήσει κανείς για την εφηβεία; Πώς να μιλήσει κανείς για την τρέλα; Η εφηβεία, όπως και η τρέλα, είναι μεταιχμιακές καταστάσεις. Πώς να μιλήσεις γι’ αυτές μέσα από μια γλώσσα κατασταλαγμένη, δεδομένη, τακτο-ποιημένη; Από την άλλη, αν αφήσεις την εφηβεία να μιλήσει για τον εαυτό της, ή την τρέλα αντίστοιχα, κινδυνεύεις να πέσεις στο παραλήρημα, στο κενό, στο άγχος που ενυπάρχει. Αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει η Τατιάνα Αβέρωφ σε τούτο το τέταρτο πεζογραφικό της έργο, το οποίο συνιστά ταυτόχρονα μια τομή στη μέχρι σήμερα δουλειά της.
Ήρωας του βιβλίου είναι ένας 16χρονος, ο οποίος με το ψευδώνυμο «Θράσος» ξανοίγεται σε διαδικτυακές περιπέτειες, υιοθετώντας την ταυτότητα ενός 26χρονου δικηγόρου, απελευθερωμένου, αυτοδημιούργητου. Απέναντί του, στην άλλη πλευρά του διαδικτυακού χάους, εμφανίζεται κάποια «Μαριάννα», «φοιτήτρια», «όμορφη», αγνώστων λοιπών στοιχείων. Έτσι, ένας παράξενος διαδικτυακός εφηβικός έρωτας ξεκινάει, με όλη την ανασφάλεια, τα σκιρτήματα, τη θολούρα της ηλικίας – συν την αβεβαιότητα για την ταυτότητα του άλλου που δημιουργεί το ίδιο το μέσο.
Γύρω του, μια οικογενειακή γαλήνη που τρίζει, ένας παππούς που δοκιμάζει τις αντοχές του, διδάσκοντάς τον δίχως ο «Θράσος» να το αντιλαμβάνεται, και βεβαίως η ευαίσθητη φιλόλογός του, η κυρία Μαυρίδου, που τον καθοδηγεί με κινήσεις προσεκτικές, του ανοίγει πόρτες, του κάνει ενέσεις αυτοπεποίθησης. Υπάρχει βέβαια και ο οικογενειακός σκύλος, ο Πούτσι, στην κυριολεξία ο καλύτερος φίλος του, αλλά και ο Κλάξος, ο συμμαθητής-πρότυπο στα ανδραγαθήματα και στις ερωτικές επιδόσεις, ο μύθος του οποίου σύντομα θα καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.

«Όλα περνάνε και χάνονται»
Η Αβέρωφ θεματοποιεί τη νέα επικοινωνιακή συνθήκη του διαδικτύου και των νέων μέσων, με όλα όσα φέρει μαζί της: Τις ρευστές, επινοημένες ταυτότητες, την κρυπτονυμία, την ανωνυμία, τις εύκολες γνωριμίες, τα αμήχανα ραντεβού στα τυφλά, τις αποκαλύψεις. Αλλά και την τόσο ιδιαίτερη ψυχολογία ενός αναγνωρίσιμου εφήβου, που μεταπηδά από τον αυτοθαυμασμό στις αυτολύπηση από τη μια στιγμή στην άλλη. Γλώσσα κοφτή, σπαρταριστή, ασθματική, νεανική χωρίς υπερβολές, που καταφέρνει να είναι άμεση και καυστική, δίχως να εκπίπτει στον μιμητισμό ή σε μεγαλίστικες υπερβολές. Χρησιμοποιεί τη μορφή της ημερολογιακής καταγραφής, παρακολουθώντας τις μεταπτώσεις του ήρωά της μέρα τη μέρα, καθώς επιχειρεί το άλμα του πάνω από τα κενά μιας γεμάτης αβεβαιότητες ενηλικίωσης.
Το νέο βιβλίο της Τατιάνας Αβέρωφ εκπλήσσει με τη θεματολογία του και τους εκφραστικούς του χυμούς. Είναι σύγχρονο, συγχρονισμένο, παιχνιδιάρικο. Έχει ρυθμούς, χυμούς, πετάγματα. Χωρίς διδακτισμούς και αχρείαστους συναισθηματισμούς, μας δίνει μια από τις πιο πειστικές εκδοχές της εφηβείας που έχουμε διαβάσει τα τελευταία χρόνια.

Απόσπασμα
«Θα της πω πως είμαι ο μικρός μου αδελφός. Ναι, πως κάτι μου έτυχε κι έστειλα εμένα στη θέση μου, για να μην τη στήσω. Πως χάλασε όμως και ο υπολογιστής θα πρέπει να της πω, γι’ αυτό δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω. […] Και θα την κεράσω καφέ, ουίσκι, γλυκό – ό,τι τραβάει η όρεξή της, εντολή του Θράσου θα της πω, για να ζητήσει συγνώμη και να της πει πόσο λυπάται που δεν είναι εδώ μαζί της. Και θα μου χαρίσει ένα χαμόγελο και θα καθίσουμε σ’ ένα σεπαρέ και θα ‘χω λίγη ώρα μαζί της να τη γοητεύσω, και να την κλέψω από τον αδελφό μου, που είναι πολυάσχολος έτσι κι αλλιώς, καλό παιδί αλλά μονόχνοτος, στα δικαστήρια όλη μέρα και κολλημένος σ’ έναν υπολογιστή, δεν προλαβαίνει να ζήσει τη ζωή του, ενώ εγώ…» (σ. 40)

18/3/09

Φώτης Γεωργελές, "Νυχτερινές πτήσεις"

Δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Φώτης Γεωργελές διετέλεσε κατά καιρούς διευθυντής σε γνωστά έντυπα, με σημαντικότερα το «ΚΛΙΚ» και την πρωτοπόρα για τα ελληνικά δεδομένα free press εφημερίδα «Athens Voice». Αποτέλεσε και αποτελεί, μαζί με δυο τρεις ακόμη «πένες», έναν από τους ισχυρότερους γνωμοδιαμορφωτές της τελευταίας δεκαπενταετίας, ειδικότερα σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη νεανική κουλτούρα και την μητροπολιτική συνείδηση. Στα θετικά της πολύπλευρης παρουσίας του πιστώνεται η διακριτική του αποχή από την τηλεοπτική δημοσιότητα, καθώς και η πολύπλευρη δημιουργικότητά του, που εκφράστηκε και στα τέσσερα μέχρι σήμερα βιβλία του. Το ένα από αυτά, το κόμικ «Luna» (Λιβάνης), σε εικονογράφηση του Φώτη Πεχλιβανίδη, είχε μάλιστα και διεθνή καριέρα, σε Αγγλία και Αμερική.
«Νυχτερινές πτήσεις» ήταν ο τίτλος ενός άρθρου του Γεωργελέ στο περιοδικό «ΚΛΙΚ» το 1997, στο οποίο περιέγραφε πόσο του άρεσε, κατά το απόβραδο, να κάνει μια μεγάλη βόλτα με το αυτοκίνητο στις παρυφές της πόλης, ένα είδος «αδειάσματος» του μυαλού έπειτα από μια μέρα γεμάτη εντάσεις και φρενήρεις ρυθμούς. Κάτω από τον ίδιο τίτλο συγκέντρωσε πρόσφατα 42 κείμενα, όλα τους ήδη δημοσιευμένα σε διάφορα έντυπα, με θέμα τους τα ταξίδια. Ταξίδια στο χώρο, αφού πολλά από αυτά μας μεταφέρουν στις τέσσερις γωνιές του κόσμου –Παρίσι, Μπουένος Άιρες, Νέα Υόρκη, Αβάνα, Ρίο ντε Τζανέιρο, Λευκωσία, Σάο Πάολο, Τέξας, Αττάλεια, Καστελόριζο, είναι ορισμένες από αυτές– αλλά και δίπλα μας, στην Αίγινα, στην Κυψέλη, ή σε κάποιο απρόσμενο σημείο της Εθνικής Οδού. Την ίδια στιγμή, είναι ταξίδια στο χρόνο, στην παιδική ηλικία, στα παιχνίδια στη Φωκίωνος Νέγρη, τα σχολεία, τις παρέες, τις κάθε λογικές νεανικές περιπέτειες. Αλλά και ταξίδια στον κόσμο της φαντασίας, ταξίδια επί χάρτου. Όπως λέει κάπου ο ίδιος: «Για μένα τα μεγαλύτερα έργα τέχνης είναι οι χάρτες».
Σε ένα άλλο επίπεδο, τα κείμενα του Γεωργελέ ξεχωρίζουν από παρόμοιες αφηγήσεις, διότι στο βάθος αποτελούν στοχαστικές περιηγήσεις πάνω στα φαινόμενα της κουλτούρας, των νοοτροπιών, της urban ανθρωπολογίας. Τραγούδια, ταινίες, δρόμοι και πλατείες, συνθέτουν ένα μεγάλο παζλ αναπόλησης και παρατήρησης, που διανοίγει ποικίλους δρόμους στη σκέψη χωρίς να κραυγάζει ευρυμάθεια ή «θεωρητική» κατάρτιση – η οποία ωστόσο δεν απουσιάζει.


Γλώσσα κοφτή, ασθμαίνουσα, περιγραφική, μοιάζει να προσπαθεί να συλλάβει το ασύλληπτο, τη ρευστότητα και την ταχύτητα της σύγχρονης μεγαλούπολης, να δει πίσω και πέρα από ταμπέλες, ταυτότητες, «φυλές». Στο βάθος, βέβαια, όλων αυτών των μετατοπίσεων του βλέμματος βρίσκεται η γενέθλια πόλη, η πόλη της παιδικής ηλικίας και της ωριμότητας, αρχή και τέλος κάθε ταξιδιού, η Αθήνα. Ο Φώτης Γεωργελές έχει γράψει, και συνεχίζει να γράφει, μερικά από τα πιο πυκνά και «αγαπησιάρικα» κείμενα για τη σύγχρονη Αθήνα, τους υπόγειους χάρτες της, τα ρεύματα που τη δονούν. Τα κείμενα δεν συνοδεύονται από την ημερομηνία της συγγραφής τους, εικάζουμε από τη θεματολογία τους ότι ακολουθούν σε γενικές γραμμές χρονολογική σειρά, ωστόσο το εντυπωσιακό είναι ότι τα περισσότερα συνομιλούν με το σήμερα λες και γράφτηκαν χθες. Και «το ταξίδι της ζωής συνεχίζεται».

4/3/09

Ευγενία Φακίνου, "Για να δει τη θάλασσα"

ΕΡΓΟ ΩΡΙΜΟΤΗΤΑΣ και καταστάλαξης είναι το τελευταίο βιβλίο της Φακίνου. Η σχεδόν ολοκληρωτική αμνησία μιας γυναίκας, σε συνέχεια δύσκολης εγχείρησης στο κεφάλι, δίνει την αφορμή για το ξεδίπλωμα μιας ιστορίας γύρω από τη ρευστότητα της ανθρώπινης ταυτότητας, τις παγίδες της μνήμης, τον κόσμο των καθημερινών υλικών που μας δένει βαθύτερα με τον κόσμο των αισθήσεων.
ΤΟ ΣΤΟΡΙ είναι απλό: Η γυναίκα, έπειτα από μια συγκινησιακή φόρτιση μέσα σε ένα μαγαζί μπαχαρικών στην Ευριπίδου, βρίσκεται να χτυπάει την πόρτα ενός μικρού μαγειρείου στον Κολωνό, δίπλα από το σταθμό των τρένων. Όλως τυχαίως, στο μικρό μαγειρείο αναζητούν καινούργια μαγείρισσα, οπότε μπαίνει χαλαρά, σχεδόν σαν υπνωτισμένη, στο νέο της ρόλο.
ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ βγαλμένος από ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού ξεδιπλώνεται μπροστά της, και μπροστά μας: Ο Ρούλα, ο υπεύθυνος του μαγειρείου με το γυναικείο όνομα και τη θηλυκή ψυχή, ο μονίμως άφαντος Μιχαήλ, ο παράξενος ιδιοκτήτης του, οι εργάτες από την κοντινή οικοδομή, μορφές που πάνε κι έρχονται. Όλοι τους, αργά ή γρήγορα, λαχταρούν τη μαγειρική της, κι εκείνη βρίσκει ανάμεσά τους πρόσκαιρο καταφύγιο.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ που περνά ένα ακόμη φαγητό προστίθεται στις επιτυχίες της – ο κόσμος των υλικών της μαγειρικής είναι η μοναδική της σταθερή επαφή με το παρελθόν. Ανάμεσα σε αναπάντεχα ξυπνήματα των αισθήσεων, που οδηγούν σε μαιάνδρους της παιδικής ηλικίας, η γυναίκα βιώνει μια κατάσταση έντονης ψυχικής υπερδιέγερσης: Φαντάσματα, φαντασιώσεις, όνειρα και εφιάλτες γίνονται ένα, υφαίνοντας το υλικό που σιγά σιγά αποκαλύπτεται ως ο βαθύτερος εαυτός της· ονειροπόλος, ανοιχτός στο θαύμα.
ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΕΥΡΗΜΑ, δηλαδή η τριβή με τα υλικά της μαγειρικής να ξυπνάει μνήμες και αναμνήσεις, κι ως εκ τούτου να επαναφέρει σταδιακά μέσα στην ηρωίδα την αίσθηση ενός λίγο έως πολύ συνεκτικού εαυτού, δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Επίσης, ορισμένοι ήρωες, όπως κάποιοι από τους εργάτες, έχουν έντονα στερεοτυπικά στοιχεία, και τους λείπει το «πέταγμα» που χαρακτηρίζει άλλους χαρακτήρες της Φακίνου. Τέλος, καμιά σημαντική ανατροπή δεν συνταράσσει αυτόν τον κόσμο, και η γραμμική αφήγηση οδηγείται στο προδιαγεγραμμένο τέλος της χωρίς προσκόμματα ή λοξοδρομήσεις.
ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ, όλα αυτά έχουν εδώ μικρή σημασία: Το χέρι της συγγραφέως είναι σίγουρο και σταθερό, ξέρει που θέλει να οδηγήσει και να οδηγηθεί. Η όλη αφήγηση έχει κάτι το αβίαστο και το φρέσκο, βιωμένη απλότητα και προσήνεια. Το σταδιακό «ξύπνημα» της συνείδησης, η βήμα προς βήμα επιστροφή σε κάποια συναίσθηση του εαυτού –θα είναι άραγε πια η ίδια γυναίκα που ήταν πριν; ποιος ξέρει;– περνάει μέσα από μονοπάτια λοξά, από σκέψεις και αναμνήσεις ανοίκειες, που ταράσσουν τη λογική τάξη των πραγμάτων, διανοίγοντας κόσμους πολλαπλών δυνατοτήτων. Στο τέλος, στη συνάντηση με την παλιά ηρωίδα της Φακίνου, τη μικρή Αστραδενή, η μυθοπλασία εισβάλει στην πραγματικότητα ζητώντας μερίδιο. Και η συγγραφέας της το μοιράζει απλόχερα...

(δημοσιεύτηκε στο ΔΙΑΒΑΖΩ Μαρτίου)

12/2/09

Σάκης Σερέφας, "Μαμ"

Ο Σάκης Σερέφας είναι μια ιδιότυπη, μοναδική ίσως περίπτωση στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα. Πρόκειται για χαρισματική, εξόχως πληθωρική προσωπικότητα. Σαράντα εννέα χρόνων σήμερα έχει εκδόσει 35 συναπτά βιβλία πειραματιζόμενος με όλα σχεδόν τα είδη γραφής: Πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, σενάριο, παιδικό βιβλίο, ιστορική μαρτυρία, θέατρο – τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο θέατρο.
Ως θεατρικό έργο άλλωστε ξεκίνησε την καριέρα του και το «Μαμ» το οποίο ανέβηκε με επιτυχία στο Αμόρε το 2007 και τιμήθηκε με το βραβείο «Κάρολος Κουν» από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών. Τη χρονιά που ακολούθησε, το 2008, δύο ακόμη έργα του Σερέφα βρήκαν το δρόμο τους για τη σκηνή: Το «Λιωμένο Βούτυρο» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού και το «Σεμινάριο Βλακείας» στο ΔΗΠΕΘΕ Κερκύρας. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτός ο πληθωρισμός, αντί να αποβαίνει σε βάρος της ποιότητας, όπως είναι ο κανόνας, δίνει έργα όλο και ωριμότερα. Παράδειγμα το «Μαμ».
Δεν γνωρίζουμε τους λόγους που οδήγησαν τον Σερέφα να προβεί στην αντίστροφη αυτή διασκευή, από θεατρικό σε πεζογράφημα, πράγμα ασυνήθιστο, ωστόσο δεν έχει σημασία: Το «Μαμ»-βιβλίο δεν θυμίζει σε τίποτε θεατρικό έργο, και διαβάζεται ως αυτό που είναι: Μια σπαρταριστή νουβέλα μαθητείας κι ενηλικίωσης, ανατρεπτική, με χιούμορ, σαρκασμό και τρυφερότητα.

Αποκοιμήθηκα πάνω μου...
Το στόρι; Ο 70χρονος σήμερα Ζοζέφ αναπολεί τη νιότη του, και ειδικότερα τη σχέση του με τον σοφό οδηγό του σχολικού λεωφορείου του, τον Μεγάλο. Εκείνος, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, του προσφέρει κι από ένα διαφορετικό έδεσμα, το οποίο στη συνέχεια συνοδεύεται από ποικίλες πληροφορίες για την προέλευσή του, τα συστατικά του και τη σημασία τους. Μέσα από αυτή την επαφή, κι ενώ τα σχολικά χρόνια περνούν, ο Ζοζέφ γιατρεύεται από τη βουλιμία του για το λίπος και μαθαίνει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τις λεπτεπίλεπτες γεύσεις των φαγητών, και της ζωής γενικότερα.
Το εύρημα αυτό –η τροφή ως μάθημα ζωής– δίνει στην άναρχη φαντασία του Σερέφα την ευκαιρία να ξεσαλώσει. Το βιβλίο βρίθει από φράσεις όπως «ήμουν τόσο εξαντλημένος, ώστε αποκοιμήθηκα πάνω μου», καθώς και σπαρταριστές αναφορές στη ζωολογία και σε παντός είδους στατιστικές. Σκουμπριά, σολομοί, γουρουνάκια, σαλιγκάρια και προβατίνες, μαγειρεμένα ή ωμά, περνούν την είσοδο του φάρυγγα του μικρού Ζοζέφ μαθαίνοντάς τον να διδάσκεται από την ποικιλομορφία της ζωής και τους άπειρους δρόμους μέσα από τους οποίους μπορεί να περάσει η χαρά και η πληρότητα.
Στο τέλος παρατίθενται αναλυτικά οι συνταγές των, εκ πρώτοις παράδοξων, φαγητών που αναφέρονται, και δίνεται στον αναγνώστη η μυστική συνταγή της τέλειας ταραμοσαλάτας. Όλα δένουν αρμονικά, αφήνοντας μια θαυμάσια επίγευση στον ουρανίσκο.

Απόσπασμα
«Αυτά παθαίνει κανείς όταν τελειώνει το Δημοτικό και πηγαίνει στο Γυμνάσιο. Παθαίνει οξεία ανθρωπίτιδα. Όλοι θέλουν να τον κάνουν υπεύθυνο άνθρωπο. Στα γρήγορα, επειγόντως. Τώρα δεν είσαι παιδί, Ζοζέφ. Τώρα είσαι μεγάλος, Ζοζέφ. Πρέπει να πάρεις αποφάσεις, Ζοζέφ. Τώρα η ζωή σου έχει ευθύνες, Ζοζέφ. Τώρα πρέπει να κοιτάξεις κατάματα το μέλλον σου, Ζοζέφ. Τρέξε, Ζοζέφ. Ρώτα, Ζοζέφ. Μάθε, Ζοζέφ. Ρώτα τους γονείς σου. Ρώτα τους δασκάλους. Ρώτα τους συμβούλους στο σχολείο. Ρώτα τους εξωγήινους. Ρώτα τα χερουβείμ. Μόνο έναν μη ρωτήσεις, Ζοζέφ. Μην ρωτήσεις τον Ζοζέφ, Ζοζέφ.» (σ. 30)

7/2/09

Σωτήρης Δημητρίου, "Σαν το λίγο το νερό"

Ο Σωτήρης Δημητρίου, έπειτα από μια ποιητική συλλογή, εμφανίστηκε πριν από 22 χρόνια ως έτοιμος διηγηματογράφος, κι έκανε μεγάλη εντύπωση με τις δύο πρώτες συλλογές του κυρίως εξαιτίας της γλώσσας του, που την χαρακτήριζε η πυκνή προφορικότητα μιας, σχεδόν, περασμένης εποχής. Ευρύτερα γνωστός έγινε το 1999 με το μυθιστόρημα «Να ακούω καλά το όνομά σου» που μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο από το Σωτήρη Γκορίτσα με τον τίτλο «Από το χιόνι». Ακολούθησαν τέσσερα ακόμη βιβλία με ήρωες Έλληνες αποσυνάγωγους ή αλλοδαπούς, οι περισσότεροι πάσχοντες από τη «νόσο» της νοσταλγίας, μια εγγενή αδυναμία προσαρμογής στο βίαιο και καταθρυμματισμένο περιβάλλον της σύγχρονης πόλης.
Στο τελευταίο του βιβλίο, «Σαν το λίγο το νερό», ο Δημητρίου σκαλίζει και πάλι τις πληγές του, την αθεράπευτη νοσταλγία του για το «χαμένο κέντρο» της παιδικής του ηλικίας – που στην περίπτωσή του είναι το χωριό Πόβλα, της Ηπείρου. Ο ήρωάς του, ο ίδιος ο συγγραφέας κατά κάποιο τρόπο, πεθαίνει, κι αφού η ψυχή του περιφέρεται για ένα διάστημα άσκοπα, επιστρέφει τελικά στον γενέθλιο τόπο, κι αφήνεται στην αγαπημένη του συνήθεια, να κάθεται και να αφουγκράζεται τις γυναίκες του χωριού να συζητάνε, να λένε ιστορίες από το παρελθόν που σημάδεψαν τη ζωή τους. Στο κεφάλαιο αυτό, με τον τίτλο «Ό,τι έβρεξε το ‘πιε η γη», ο Δημητρίου αναπλάθει, με μεγάλο κέφι και έκδηλη την αγάπη του για τη μητρική γλώσσα, τον χωριανικό τρόπο ομιλίας, αφήνοντας τις γυναίκες να περιπλανιούνται μέσω της γλωσσικής ευφορίας τους στο χώρο και το χρόνο, με εμμονές που αντλούν από τα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου.
Στο κεφάλαιο που ακολουθεί, υπό τον τίτλο «Η παρρησία της συμπόνιας», ο συγγραφέας, ως χαμένη ψυχή, αλλά και ως πρόσωπο, μας δίνει μια εξαιρετικά διεισδυτική και ολοκληρωμένη ανάλυση της ζωής στο χωριό, με γλαφυρότητα, βάθος και συγκινησιακή δύναμη. Με λόγο που ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στη δοκιμιακή και τη βιωματική γλώσσα, αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα στην πληρότητα της ζωής στον μικρόκοσμο της κοινότητας σε σχέση με τον κατακερματισμό και τη συναισθηματική απονέκρωση των ανθρώπων των αστικών κέντρων – με έντονο είναι η αλήθεια το στοιχείο της εξιδανίκευσης, από τη μία, και της κάπως μονόπαντης καταδίκης της ζωής στην πόλη, από την άλλη.
Το πρόβλημα άλλωστε με τη νοσταλγία, όσο ταλέντο κι ευαισθησία κι αν ανακινεί, είναι ότι έχει μια πλευρά αδιέξοδη. Όσο καλά κατανοεί ο Δημητρίου τη ζωή στο χωριό, στην κοινότητα, τόσο δυσκολεύεται να δει στην αστική ζωή κάτι πέρα από την απώλεια ενός χαμένου παραδείσου. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος ότι χάνει μεγάλα κομμάτια της αστικής πολυπλοκότητας. Οι σκέψεις του, ακόμη κι αν τους στερήσει κανείς την αξίωση της οικουμενικότητας, διαθέτουν κρυστάλλινη διαύγεια και στέρεη πατημασιά, και διατηρούν το βάρος τους ακόμη κι έξω από το ιδεολογικό-βιωματικό πλαίσιο που τις γέννησε. Αναμφίβολα, ένας συγγραφέας που δεν σου επιτρέπει να τον αγνοήσεις.

Απόσπασμα
«Είδα το χωριό μου και τα συκαρμαθιασμένα γειτονικά χωριά, πριν ακόμη περιχαρακωθούν στο κράτος, και θαύμασα το σφριγηλό πολιτισμό τους. Τα πιο πολλά πράγματα –με δυσκολία, βέβαια– τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αλλά αυτή η δυσκολία τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το σημαντικό και το απαραίτητο και ενστάλαζε στα αντικείμενα αφοσιωμένον χρόνο. Στα οικιακά σκεύη αλλά και στις λαμπρές φορεσιές τους ήταν έκδηλη η καλαισθησία, που δεν γινόταν ποτέ φανταχτερή και ξεχωριστή γιατί την ισορροπούσε η παράλληλη χρηστικότης.» (σ. 93)

5/1/09

Ηλίας Μαγκλίνης, "Η ανάκριση"

«ΠΟΤΕ θα μου διηγηθείς το όνειρό σου, μπαμπά;» Εκείνη, ένα κορίτσι προβληματικό, τρομαγμένο, ανορεξικό, που βρίσκει διέξοδο στα τελετουργικά πόνου, σε καλλιτεχνικές περφόμανς όπου έργο τέχνης γίνεται το ίδιο το κορμί. Ταπεινωμένη, ματαιωμένη, αλλά και λυσσασμένη από τα κενά που αφήνουν οι σιωπές του πατέρα της, ο όγκος των μη λεχθέντων που έχει πετρώσει ανάμεσά τους. Ίνδαλμά της, η Σέρβα περφόμερ Μαρίνα Αμπράμοβιτς, η οποία έχει γεννηθεί την ίδια χρονιά με εκείνον...
«ΤΟ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ θες να σου πω Μαρίνα; Αν πονάει;» Εκείνος, γιος αντάρτη που ξόδεψε τη ζωή του στις φυλακές και στις εξορίες, φυλακίστηκε στη δικτατορία, βασανίστηκε άγρια. Έκτοτε έχει επιλέξει τη σιωπή, την απόσυρση, μεταφράζει βιβλία, ακούει κλασική μουσική, κρατάει τον πόνο του για τον εαυτό του. Αν και πιστεύει ότι «όλοι οι άνθρωποι είναι αριστεροί, απλώς μερικοί δεν το ξέρουν», δεν αντέχει ωστόσο την παρέα με τα «συντρόφια», αφού «η μνήμη είναι η μόνη τους γνώση»...
Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ. Με το θάνατο της μητέρας της από καρκίνο, ξεκινάει μια νέα διαδικασία στη σχέση τους. Η Μαρίνα περνάει αρκετές ώρες καθημερινά στο σπίτι του, όπου της έχει φυλάξει ένα μικρό χώρο δικό της. Διαβάζει και σκέφτεται ασταμάτητα ό,τι έχει να κάνει με τα βασανιστήρια στα κολαστήρια της ΕΑΤ/ΕΣΑ. Μελετάει τα πρακτικά της δίκης των βασανιστών, στέκεται απέναντί του και τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις αδιάκριτες, σκληρές και επώδυνες, που πυροδοτούν θυμό και εκρήξεις. «Βίαζαν κόσμο εκεί μέσα;»
ΤΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ. Το ανείπωτο. Η ντροπή. Αυτό που παραμένει σιωπηλό, άδηλο, κοινό μυστικό κι όμως εκτός Ιστορίας. Οι δικαστές ένιωθαν άβολα, δεν ήθελαν να ακούσουν. Η Μαρίνα, διεισδυτική και χωρίς όρια, έχει βρει το «κουμπί», και είναι αποφασισμένη να το πατήσει μέχρι τέλους. «Θα σε λύτρώσω», του λέει. «Με βασανίζεις», της απαντά εκείνος.
ΤΟ ΚΑΚΟ ΟΝΕΙΡΟ που ο πατέρας αρνείται να αφηγηθεί, βασανίζει σήμερα το παιδί του. Σε μια πρώτη ανάγνωση, η νουβέλα του Μαγκλίνη μιλάει για το πώς οι αποσιωπήσεις της Ιστορίας ζουν και θεριεύουν στο ασυνείδητο των ανθρώπων. Πώς μεταγγίζονται σαν το κακό αίμα από γενιά σε γενιά, πώς ο απόηχος της φρίκης διαχέεται, πολλαπλασιάζεται σαν τα καρκινικά κύτταρα. Από αυτή την άποψη, κακό όνειρο είναι η ίδια η Ιστορία.
ΥΠΑΡΧΕΙ ωστόσο και μια διαφορετική οπτική, που καθιστά τη Μαρίνα περισσότερο μοντέρνα: Σύμπτωμα της εποχής, όχι της Ιστορίας. Όλα να βγουν στο φως, όλα να ειπωθούν, κάθε σκοτεινή γωνιά να φωτιστεί... Μήπως δεν είναι αυτό το κυρίαρχο πρόταγμα των καιρών; Ακόμη και η εμμονή με την Ιστορία, με τις «μεγάλες τραγωδίες του Έθνους», δεν είναι έκφραση μιας μανίας διαρκούς αναψηλάφησης; Μήπως το δικαίωμα στη σιωπή που διεκδικεί ο πατέρας είναι σήμερα «ταμπού»;
ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ισχύουν και τα δύο. Ιστορία και μεταμοντέρνα κενότητα, εμμονή με την αλήθεια όσο και με τη βία και τη σωματικότητα, συγκρούονται πιτσιλίζοντας αίματα τη σκηνή του κόσμου. Ο Μαγκλίνης, σκαλίζοντας πληγές, ανασύρει σκελετούς από τα ντουλάπια μας. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο απλό στη δομή του, καίριο στη διαπραγμάτευσή του, που κυριολεκτεί την ίδια τη στιγμή που εκτρέπεται προς την αλληγορία. Η Ανάκριση, αίτημα για αλήθεια όσο και σύμπτωμα, αναδεικνύεται σε ένα από τα καλύτερα πεζά των τελευταίων μηνών, και σίγουρα ένα από τα λιγοστά σημαντικά βιβλία της νεότερης γενιάς.

(Δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" Ιανουαρίου στη στήλη "Κόντρα διάβασμα")

11/12/08

Έλενα Μαρούτσου, "Μεταξύ συρμού και αποβάθρας"

Ήταν θέμα χρόνου η Έλενα Μαρούτσου να γράψει ένα βιβλίο σαν και τούτο. Κι αν στα προηγούμενα δύο, τα «Του ύψους και του βάθους» (Αλεξάνδρεια) και «Η προδοσία των ονομάτων» (Αλεξάνδρεια), η ποιητική συναίσθηση της γλώσσας και το παιχνίδισμα με τις έννοιες και τα πράγματα, δεν κατάφερναν να συνενωθούν σε ένα αρκούντως συνεκτικό και δελεαστικό (για την αγορά) σύνολο, κάπου «μεταξύ συρμούς και αποβάθρας» φαίνεται να γίνεται το θαύμα. Ίσως βοηθάει και ο «μπούσουλας» των εξωκειμενικών αναφορών, τόσο από τη μεριά της ποίησης (Τάσος Λειβαδίτης) όσο και από τη μεριά της ζωγραφικής (Ρενέ Μαγκρίτ). Οι δύο αυτοί πόλοι, με τους πίνακες του Μαγκρίτ να εικονοποιούν τις ψυχικές μεταπτώσεις της ηρωίδας ή τις φιλοσοφικές προεκτάσεις των γεγονότων, γίνονται τελικά ο συνεκτικός ιστός που κρατάει όρθιες τις τριακόσιες πενήντα σελίδες του μυθιστορήματος – όσο κι αν το βιωματικό υλικό της Μαρούτσου μοιάζει να αντιστέκεται στον κορσέ του «είδους». Πρωτοπρόσωπη η αφήγηση, βάζει στο κέντρο μια ηρωίδα με αρκετά από τα χαρακτηριστικά της συγγραφέως (ηλικία, σπουδές, κ.λπ). Ερωτικές απογοητεύσεις και υπαρξιακές αγωνίες, βρίσκουν τη δικαίωσή τους στο λογοτεχνικό παιχνίδι, με σύμμαχο τη ζωγραφική του Μαγκρίτ και τη θεωρητική της ανασκευή, αλλά και το «φάντασμα» του ποιητή που στοιχειώνει τις σελίδες.

(Δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" Δεκεμβρίου)

10/12/08

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, "Η εφεύρεση της σκιάς"

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ της Δικτατορίας τοποθετεί ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης το νέο του μυθιστόρημα – ένας από τους ελάχιστους νέους πεζογράφους που προίκισαν με κάποια ιστορική προοπτική το βιβλίο τους. Στόχος του βέβαια μοιάζει να μην είναι τόσο η ιστορική καταγραφή –πράγμα λογικό, γεννήθηκε τρία χρόνια μετά το Πραξικόπημα–, όσο η σκιαγράφηση μιας αντιηρωικής μορφής που θα φώτιζε τη σκοτεινή πλειοψηφία της εποχής, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως αλληγορία της αδυναμίας του ανθρώπου να διαμορφώσει τη μοίρα του.
Ο ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, με σπουδές ανθρωπολογίας στο Παρίσι, και στη συνέχεια δάσκαλος της νοηματικής γλώσσας, βρίσκεται έπειτα από σειρά συμπτώσεων να «εκφωνεί» το ειδικό δελτίο ειδήσεων για κωφούς στην Κρατική Τηλεόραση. Η θέση του, μαζί με μια μάλλον ερήμην του γοητεία, τον αναδεικνύει γρήγορα σε διασημότητα της εποχής, εξασφαλίζοντάς του έναν άνετο τρόπο ζωής, συμμετοχή σε πάρτι εκκεντρικών πλουσίων και ανέξοδες ερωτικές επιτυχίες.
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ παραίνεση του προϊσταμένου του να αλλάξει τον τρόπο που παρουσιάζει τον Δικτάτορα, ώστε να μην γελοιοποιείται ο αρχηγός του Κράτους με ανοίκειες γκριμάτσες και χειρονομίες, ο Ισίδωρος αρχίζει να παίρνει τη μικρή εκδίκησή του απέναντι στο σύστημα, της συνέπειες της οποίας δεν είναι σε θέση να προσμετρήσει: Δειλά στην αρχή, αλλά με όλο και μεγαλύτερη συχνότητα στη συνέχεια, επεμβαίνει στην «εκφώνηση» των ειδήσεων, αποκαθιστώντας την αλήθεια των γεγονότων.
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ με τους λιγοστούς θεατές γνώστες της νοηματικής γλώσσας δεν θα παραμείνει για πολύ ανώδυνο. Τόσο η Χούντα, όσο και μια επαναστατική οργάνωση με ρίζες στο Παρίσι, θα διεκδικήσουν στενότερη συνεργασία μαζί του, διαβλέποντας στη δράση του κάτι ευρύτερο και πιο οργανωμένο. Ο Ισίδωρος θα βρεθεί στριμωγμένος στη γωνία, ωστόσο, λίγο πριν καταλήξει σε κάποιο σκοτεινό κελί, η τύχη θα του χαμογελάσει και πάλι: Η ερωτική του επαφή με μια δεκαεξάχρονη μαθήτριά του, κόρη ισχυρού παράγοντα, και η απρόσμενη εγκυμοσύνη της, θα είναι το κλειδί της σωτηρίας του και το εισιτήριο για ένα ευοίωνο μέλλον στην μεταδικτατορική εποχή.
Ο ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ ΠΕΡΝΑ ξυστά από το θαύμα αλλά δεν καταφέρνει τελικά να δημιουργήσει τον εντυπωτικό χαρακτήρα που θα έριχνε το βάρος του στις τριακόσιες τόσες σελίδες του. Ο Ισίδωρος είναι φτιαγμένος από ανομοιογενή υλικά – π.χ. οι συνεχείς αναφορές στις συνήθειες πρωτόγονων φυλών φαντάζουν παράταιρες. Υφίσταται τα γεγονότα παρά τα προκαλεί, κι όταν τα προκαλεί τούτο γίνεται μάλλον ασύνειδα, παραμένοντας βαθύτερα ψυχρός και απαθής. Αλλά κι αυτά τα ψυχογραφικά στοιχεία υπονομεύονται από την υιοθέτηση μιας αδρανούς γλώσσας, ενός υπηρεσιακού και συχνά κουραστικού ιδιώματος που σε συνδυασμό με την υπερβολικά σχολαστική παντεποπτική αφήγηση, βαραίνουν στην εκτύλιξη της δράσης.
ΚΡΙΜΑ, γιατί το θαυμάσιο εύρημα της αποκατάστασης της αλήθειας στο δελτίο της νοηματικής γλώσσας, η γενικότερη σύλληψη μιας μετριότητας που πότε την αναδεικνύει και πότε την συμπαρασύρει η Ιστορία, και βέβαια το στοχαστικό βάθος που ούτως ή άλλως διαθέτει η γραφή του Τζαμιώτη, υπόσχονταν ένα μυθιστόρημα –ενδεχομένως, μια αναπτυγμένη νουβέλα– με περισσότερες συγκινήσεις και εντονότερο αποτύπωμα.

(Δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" στη στήλη ΚΟΝΤΡΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑ)

8/12/08

Ηλίας Μαγκλίνης, "Η ανάκριση"

Συμβαίνει σπάνια, και τότε δύσκολα ξεχνιέται, να πέσει στα χέρια σου βιβλίο που σε καθηλώνει, δεν σε αφήνει να σηκωθείς από την καρέκλα ή το κρεβάτι πριν το τελειώσεις, και που όταν το τελειώνεις κάθε άλλο παρά έχεις «τελειώσει» μαζί του. Σπανιότερα αυτό είναι βιβλίο Έλληνα συγγραφέα. Κι ακόμη σπανιότερα της νεότερης γενιάς. Ο Ηλίας Μαγκλίνης (γεν. 1970) έδειξε τη συγγραφική του στόφα και τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει τη λογοτεχνική δημιουργία από το πρώτο του βιβλίο, το σπονδυλωτό μυθιστόρημα «Σώμα με σώμα» (Πόλις). Κι εκεί, ο θάνατος, η παρακμή, η καταστροφή, τα πάθη των σωμάτων, ήταν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο «κάθονταν» οι περίπλοκες οικογενειακές του ιστορίες. Στην «Ανάκριση», η Μαρίνα, κόρη βασανισμένου στη Χούντα, γιου ενός επίσης βασανισμένου Αντάρτη, αναγάγει τον πόνο σε τέχνη, μιμούμενη τις αυτοκαταστροφικές περφόμανς της πρωτοποριακής γιουγκοσλάβας Μαρίνας Αμπράμοβιτς. Με το θάνατο της μάνας της, η συνύπαρξή της με τον πατέρα της παίρνει τη μορφή μόνιμης σύγκρουσης, με το τρομερό παρελθόν να έχει εγγραφεί, σωματικά, στην κυτταρική μνήμη και των δύο, αναζητώντας διέξοδο και συμφιλίωση. Μια νουβέλα-γροθιά στο στομάχι, ρεαλιστική μέχρι το κόκαλο και την ίδια στιγμή μια από τις πιο ευφυείς αλληγορίες για τα ανεπούλωτα τραύματα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας.

(Δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" Δεκεμβρίου)

30/10/08

Μαρίνα Καραγάτση, "Το ευχαριστημένο"

«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Τέλειωσε αυτό το περίφημο γεύμα και βρίσκομαι πάλι στο γραφείο μου, μακριά από τις οικογενειακές περιπλοκές, και κυρίως μακριά απ’ αυτή την όχεντρα που έκανε πρώτα τις δολοπλοκίες της με αξεπέραστο μακιαβελλισμό και έπειτα για να με εξευμενίσει μου μαγείρεψε το κοκκινιστό αρνάκι.» Μιλάει ο Δημήτρης, η Δημητράκης, ή κατά κόσμον Μ. Καραγάτσης. Ο εσωτερικός μονόλογός του, με την αφηγηματική δεινότητα που τον χαρακτήριζε, διατρέχει όλα τα ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητά του, αλλά και τον ταραχώδη ψυχισμό του. Γυναικοδουλειές που του δημιουργούν περισσότερα μπερδέματα απ’ ό,τι θα επιθυμούσε, η υπηρέτριά του Λασκαρώ, στα μέτρια θέλγητρα της οποίας δυσκολεύεται να αντισταθεί, η γκρίνια της ερωμένης του «Γιώτας», η θιγμένη αποστασιοποίηση της γυναίκας του Νίκης, η εκνευριστική αθωότητα ή αφέλεια της κόρης του Μαρίνας. Ταυτόχρονα, αναστοχάζεται πρόσφατα ιστορικά γεγονότα, όπως τα Δεκεμβριανά, και την μάλλον όχι και τόσο τολμηρή στάση του. Στο τέλος, βυθίζεται στα φαντάσματα των νεκρών γονιών του, και ξαναγίνεται παιδί που νοσταλγεί τη μητρική αγκαλιά.
«ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΙΑΤΑ, ανεβήκαμε με τη Λασκαρώ στο δωμάτιό της. Είναι χαμηλοτάβανο, μ’ ένα μικρό παραθυράκι που κοιτάζει στην αυλή των Βουτσινάδων. Στη γωνιά ένα ράτζο, δίπλα ένα άσπρο κομοδίνο και απέναντι το μπαούλο με τα ρούχα της.» Μιλάει η Μαρίνα, η κόρη της οικογένειας, όμως μέσα από τα λόγια της αναδεικνύεται το πορτρέτο της αγαπημένης της υπηρέτριας και νταντάς Λασκαρώς, η βασανισμένη ζωή της, ο περίπλοκος όσο και απλοϊκός ψυχισμός της. Ανδριώτισσα, βίωσε από νωρίς τα βάσανα της ταπεινής της καταγωγής, αναπτύσσοντας μια προσωπικότητα στην οποία συνυπάρχουν η αξιοπρέπεια και η απαραίτητη «προσαρμοστικότητα».
«ΔΕΝ ΞΕΥΡΩ ΑΝ ΕΚΑΜΑ ΚΑΛΑ που είπα στη Νίκη να έλθει σήμερα. Έχει κι αυτή η κακομοίρα τα δικά της βάσανα και εγώ κάθομαι και την στεναχωρώ με τα δικά μου. Στο σπίτι των τελευταίως γίνονται όλο φασαρίες. Ο Δημητράκης συνεχώς με τα νεύρα του και τις αϋπνίες του.» Μιλάει η γιαγιά Μίνα, αρχόντισσα της Άνδρου, μητέρα της Νίκης. Κεντρικό ζήτημα, τα ερωτικά ανδραγαθήματα του γαμπρού της, η σχέση του με τη «Γιώτα», ο εγωπαθής χαρακτήρας του. Στο μονόλογό της, γραμμένο σε όμορφη γλώσσα με αποχρώσεις της ντοπιολαλιάς του νησιού και μιας ιδιότυπης καθαρεύουσας, ενθέτονται πληροφορίες για την οικονομία και τα ήθη του νησιού, μέσα από την ανάπλαση πέντε γενεών της οικογένειάς της.
ΤΟ ΑΥΛΙΔΑΚΙ. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, «μια ανοιξιάτικη μέρα του 2006», οι πρωταγωνιστές των τριών μονολόγων, Καραγάτσης, Μαρίνα, Νίκη, γιαγιά Μίνα και Λασκαρώ, ο παππούς Λεωνίδας και ο θείος Αντώνης, αδελφός της Νίκης, συνευρίσκονται όλοι μαζί στη μικρή αυλή του σπιτιού της Άνδρου, σε ατμόσφαιρα συμφιλίωσης και κατευνασμού. Κάπου στη γωνία, η Μαρίνα, έχοντας γίνει ξανά παιδί, γράφει ασταμάτητα το βιβλίο της, προκαλώντας τα πειραχτικά σχόλια των παρευρισκομένων. Ένα βιβλίο που, όπως δικαίως ήδη σημειώθηκε, εγγράφεται στα πιο καλογραμμένα, ευθύβολα και συγκινητικά ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων.

(Δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" Νοεμβρίου στη στήλη "Κόντρα διάβασμα")

21/10/08

Βασίλης Π. Καραγιάννης, "Το χρώμα της νοσταλγίας"

ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ, ο 55χρονος σήμερα συγγραφέας έχει μακρά θητεία στο χώρο της γραφής και της ανάγνωσης, αφού μεταξύ άλλων εκδίδει εδώ και πάνω από είκοσι τέσσερα χρόνια την πνευματική επιθεώρηση Παρέμβαση. Η λογοτεχνική του πορεία περιλαμβάνει κυρίως μικρά αφηγήματα, προλογίσματα και χρονογραφήματα, αλλά κι ένα «κάτι σαν μυθιστόρημα», τιμώντας έτσι τη φράση-δήλωση που συναντάμε στο παρόν βιβλίο του «Δεν μας χρειάζονται εμάς οι πρωτεύουσες. Γενικώς οι δευτερεύουσες σε εισαγάγουν στην ουσία» – αν εννοήσουμε ως «πρωτεύουσα» της σημερινής λογοτεχνίας το δημοφιλέστερο μυθιστόρημα.
ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ, με κοινή θεματική βάση τις ποικίλες διακυμάνσεις της ζωής στην επαρχία, από τον μακεδονικό βορρά μέχρι και τα ορεινά της Πελοποννήσου, κι έντονο το άρωμα μιας νοσταλγίας που υπονομεύεται από την ίδια τη γλώσσα και το υποδόριο χιούμορ του συγγραφέα. Από την πρώτη κιόλας ιστορία δίνεται το στίγμα στο οποίο σκοπεύει να κινηθεί ο Βασίλης Καραγιάννης, όταν η σκηνή μιας ληστείας που «στράβωσε» δίνεται με σκωπτικό και επιτηδευμένα κοφτό τρόπο, αφήνοντας να φανεί μια ειρωνική απόσταση ανάμεσα στον αφηγητή και αφηγούμενα, απόσταση που χαρακτηρίζει τα περισσότερα από τα αφηγήματα και αποτελεί καίριο συστατικό του ύφους του Καραγιάννη.
ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ, από αυτή την άποψη, είναι το δεύτερο διήγημα, στο οποίο η παρουσία του κεντρικού ήρωα συνοδεύεται από έναν παράξενο άνεμο («Άνεμος… δηλαδή κατά πως λεν’ έγινε αέρας») που αναστατώνει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη, ώσπου ο ήρωας αντιλαμβάνεται ότι ο αιτία του παράξενου φαινομένου είναι ο ίδιος – για την ακρίβεια, κάτι μέσα του. Το φλερτ με το παράδοξο γίνεται υπόγεια και χωνεμένα, αναδίνοντας ενδιαφέρουσες ποιητικές συνδηλώσεις.
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ, ακόμη κι όταν κρύβεται επιμελώς κάτω από την έντονη σκωπτικότητα, είναι φανερή σε διηγήματα όπως «Η χλαίνη», στην οποία καταγράφονται μνήμες από τα πέτρινα χρόνια, στην μεταμφυλιακή ελληνική επαρχία, καθώς μια χλαίνη ζεσταίνει μεταξύ άλλων την πλάτη εξαθλιωμένου αριστερού, μάλλον πρώην αντάρτη, αποκαλύπτοντας περισσότερα απ’ όσα καλύπτει. Στην «Ποιμενική Συμφωνία», με ήρωα έναν βοσκό, τον «λογιότερο των ποιμένων», ο Καραγιάννης συνθέτει το λυρικό πορτρέτο μιας παράξενης και γοητευτικής ύπαρξης που ζει με ανιμιστικό σχεδόν τρόπο τη σχέση του με τη φύση και τα ζώα. Σε άλλο τόνο το στοχαστικό «Πάντα με μελαγχολούσαν τα γλέντια», κι έπειτα επιστροφή στη σατυρική διάθεση με το «Βασιλικός εν τάφω, και μαϊντανός στην τάφρο».
ΓΡΑΦΗ ΠΟΥ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ καθώς περιγράφει, γλώσσα που κρατάει ηχοχρώματα και τύπους μιας παλιότερης εποχής, χωρίς να είναι παλιομοδίτικη ή επιτηδευμένη, σε διαρκή πλην διακριτική συνομιλία με τους μεγάλους διηγηματογράφους μας.

(δημοσιεύτηκε στο "Διαβάζω" Οκτωβρίου στη στήλη "Κόντρα διάβασμα")

15/10/08

Μάρω Δούκα, "Η αρχαία σκουριά"

Σε αντίθεση με μυθιστορήματα νεότερων συγγραφέων, που φιλοξενούν στις τελευταίες τους σελίδες αποσπάσματα κριτικών από πρόσφατα βιβλία τους, αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμο και παραγωγικό να έρχεται κανείς αντιμέτωπος με την πρόσληψη ενός παλιότερου βιβλίου την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε, μέσα από τα κριτικά κείμενα που το υποδέχτηκαν. Έτσι, διαβάζοντας στο τέλος ετούτης της επανέκδοσης τις διεισδυτικές παρατηρήσεις της Καίης Τσιτέλη, την αμηχανία του Βαγγέλη Κάσσου, τον θαυμασμό του Κώστα Σταματίου, μπορεί κανείς να αισθανθεί εναργέστερα το πέρασμα του χρόνου, αλλά και τη μικρή σημασία που έχει ο χρόνος όταν πρόκειται για σημαντικά έργα της λογοτεχνίας. Έργα που δεν καθρεφτίζουν την εποχή τους, αλλά τη δημιουργούν. Πώς να στοχαστεί κανείς σήμερα τη Μεταπολίτευση –που τόσο λόγος γίνεται για το «τέλος της»– χωρίς να αντηχεί μέσα του ο ξεγυμνωτικός μονόλογος της Μυρσίνης, όταν περιγράφει πώς την πλησίασε μια φίλη –Μάρω, τη λένε...– για να την «εντάξει» σε κάποια Οργάνωση, δίνοντάς της να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο: «Μου αρκεί το πρόσωπό μου, ήθελα να της πω, κι έτσι θα ζήσω».
Η «Αρχαία σκουριά» κυκλοφόρησε το 1979 και είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Δούκα, έπειτα από τρεις νουβέλες και μια συλλογή διηγημάτων. Είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με αφήγηση χαλαρή, ελεύθερη, που δεν ακουλουθεί γραμμική χρονολογική πορεία, μέσα από την οποία αναδίνεται σταδιακά ο περίπλοκος ψυχισμός της ηρωίδας, της Μυρσίνης, καθώς και τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της – στην οικογένειά της, στον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο, και βέβαια στις ερωτικές της σχέσεις. Η Μυρσίνη προέρχεται από αστική οικογένεια –με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την μεταπολεμική ελληνική πραγματικότητα, άνθρωποι που πλούτισαν στην Κατοχή, στρατιωτικοί, αλλά και φιλελεύθεροι, μορφωμένοι, ευαίσθητοι, ερωτικά πιο απενοχοποιημένοι– και προσπαθεί να ισορροπίσει τα οικογενειακά της δεδομένα με την αναδυόμενη πολιτική της συνείδηση, που όπως συχνά συνέβαινε τότε...

(διαβάστε ολόκληρη τη βιβλιοπαρουσίαση εδώ)

4/10/08

Βίλα Κομπρέ ΙΙΙ (κάτι σαν διάλογος)

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η απάντηση του Αλέξη Σταμάτη στην κριτική μας στο "Διαβάζω" (δείτε εδώ) σχετικά με τη "διακειμενικότητα" στο μυθιστόρημά του "Βίλα Κομπρέ". Ακολουθεί η δική μας ανταπάντηση και ένα μικρό σημείωμα από τον διευθυντή του περιοδικού ο οποίος απαντά στις αιτιάσεις του Α.Σ. αναφορικά με την υποτιθέμενη μη τήρηση της δεοντολογίας.


Γροθιά στο αυτονόητο

Καταστατικά θέλω να δηλώσω πως παρακάτω δεν λογοδοτώ στον συντάκτη σας (και συγγραφέα), άρθρο του οποίου με θέμα το βιβλίο μου Βίλα Κομπρέ δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο τεύχος. Το κίνητρό του μου είναι τόσο διαυγές όσο και η διακειμενικότητα στο βιβλίο μου.
Αισθάνομαι ωστόσο την ανάγκη να απευθυνθώ στους αναγνώστες του βιβλίου και του περιοδικού και στους συναδέλφους μου. Ο συντάκτης του Δ., αν και ειδοποιήθηκα για τη συγγραφή του άρθρου του έγκαιρα, μαθαίνοντας την άμεση μου αντίδραση που ήταν, ακούγοντας τις απαράδεκτες και ειρωνικές του αιτιάσεις, να αναρωτηθώ φυσικά για το κίνητρο, με εμπόδισε, για δικούς του λόγους που δεν με εκπλήσσουν καθόλου, από το να έχω την δυνατότητα να απαντήσω στο ίδιο τεύχος. Σε περίπτωση απάντησης στο παρόν, ελπίζω ο διευθυντής του περιοδικού να ακολουθήσει την ίδια απόσταση ενός τεύχους για λόγους στοιχειώδους ισονομίας και εντιμότητας.
Θα προσπαθήσω να διατηρήσω την νηφαλιότητα που απαιτεί η περίσταση για να απαντήσω με τη δέουσα σοβαρότητα στις αιτιάσεις που περιλαμβάνουν τον ισχυρισμό ότι «κλέβω τον Άμλετ και οικειοποιούμαι τον Χειμωνά».

There is no such thing as Shakespeare's Hamlet …
There are as many Hamlets as there are melancholies"
Oscar Wilde

Εδώ και 5 μήνες, έχω δηλώσει ρητά σε συνεντεύξεις, κείμενα και παρουσιάσεις μου (ακόμα και πριν βγει το βιβλίο) πως μεταξύ των άλλων πολλών θεμάτων που με απασχολούν στη Βίλα Κομπρέ (τα οποία ο συντάκτης επιδεικτικά αγνοεί) είναι η δημιουργική συνομιλία με κάποια εμβληματικά κείμενα. Ωστόσο, και τίποτα να μην είχα πει, το ζήτημα είναι ούτως ή άλλως αυτονόητο και η έγκυρη κριτική το έχει λύσει εδώ και χρόνια. Συνοψίζω λοιπόν.
To βιβλίο, όπως προδιαθέτει και ο τίτλος του, έχει διακειμενικές αναφορές. Σημαντικότερη είναι ο Άμλετ, αλλά υπάρχουν και αναφορές σε άλλα δυο σπουδαία κείμενα όπως οι «Μεγάλες Προσδοκίες» του Ντίκενς και η «Καρδιά του Σκότους» του Κόνραντ. Οι αναφορές είναι φυσικά εκούσιες και δηλώνονται με «κλειδιά» εγκατεσπαρμένα στην αφήγηση. Η διακειμενικότητα, ως αφηγηματικό εργαλείο, είναι ένα σύνηθες χαρακτηριστικό των βιβλίων μου.
Ονοματοποία, επεισόδια και αναφορές στα τρία αυτά κείμενα όπως: Εσθαλία - που προκύπτει από το Εστέλλα (Μεγάλες Προσδοκίες) και το Οφηλια (Άμλετ), Πιπ (το καναρίνι του ήρωα), η δολοφονία του Δημήτρη- πατέρα Άμλετ, η Άλμα- Γερτρούδη, ο Παύλος – Πολώνιος, ο Αλέξανδρος – Κλαύδιος, ο Κωστής (Άμλετ και Κουρτς αργότερα), η κατάδυση στην Αφρική (αναφορά στον Κόνραντ) προσκαλούν όχι μόνον στον ειδικό, αλλά και τον αναγνώστη να κάνει τη σύνδεση.
Επίσης, σ’ ένα βιβλίο 86.000 λέξεων, στο κομμάτι της Αφρικής θέλοντας να τονίσω την διαχρονικότητα, αλλά και να σχολιάσω την ίδια την συγγραφική κατασκευή «ενός πλάσματος που δεν υπήρξε ποτέ», του Κωστή-Ντριλ, ενός ήρωα που μετέρχεται διάφορες περσόνες, υπάρχει σ’ ένα σημείο και μια διπλή αναφορά συνολικά 41 (!) λέξεων στην «Ελίζαμπεθ Κοστέλο» του Κουτσί (ο οποίος με τη σειρά του αναφέρεται στον Τζόις και την Μόλλυ Μπλουμ ως κατασκεύασμα του Ιρλανδού), σε συνδυασμό με μια πασίγνωστη φράση του Μονταίν όπως αποδόθηκε πάλι από τον Κουτσί. Δεν νομίζω το πολύπλοκο αυτό βιβλίο να ήταν τόσο διαφορετικό εάν έλειπαν, παρόλο που πιστεύω πως η χρήση τους αποτελεί ένα ενδιαφέρον «κλείσιμο ματιού».
O Πίτερ Κάρει δήλωσε πρόσφατα ότι στο βιβλίο του «Bliss» υπάρχει μια ολόκληρη φράση από τα «Εκατό χρόνια Μοναξιάς» του Μαρκές και στο «Jack Maggs» υπάρχουν σποραδικές φράσεις του Ντίκενς. Ο Έλιοτ αρχίζει το «Hollow Men» με την δανεική φράση «Mistah Kurtz - he dead» από τον Κόνραντ, χωρίς φυσικά να την υποσημειώνει. Δυστυχώς είναι λίγο αργά για τον συντάκτη σας να τον εγκαλέσει. Mistah Elliot- he also dead. Για να μην μιλήσουμε και για τον ίδιο τον Σαίξπιρ – αν ίσχυαν όσα λέει ο συντάκτης σας, ο Πετράρχης, ο Οβίδιος κι ο Σενέκας θα τον κυνηγούσαν ακόμα.
Το βιβλίο εγκωμίασε η συντριπτική πλειοψηφία των κριτικών (με πολύχρονη θητεία στο χώρο) προβάλλοντας ως κύρια αρετή του, τι άραγε; Την εύστοχη χρήση των διακειμενικών στοιχείων και την πετυχημένη αφομοίωσή τους στην αφήγηση. Αναφέρω ενδεικτικά: «Διακειμενικότητα που υπονομεύει διακριτικά τη ρεαλιστική συνθήκη, από τον Ντίκενς ως τον Προυστ, αλλά και την παράδοση του εξωτισμού…» Τιτίκα Δημητρούλια, Καθημερινή 10.8.08.
«Ένα ταξίδι στην Αφρική, στα βάθη τη ζούγκλας του Καμερούν, όπου η ρεαλιστική κατά τα αλλά μυθοπλασία μπαίνει αίφνης σε έναν οιωνοί μαγικό κόσμο θυμίζοντας έντονα την «Καρδιά του σκότους» του Τζότζεφ Κόνραντ». Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, 8.6.08.
Πέντε μήνες λοιπόν μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου με σαφέστατα θετική κριτική υποδοχή και με συνακόλουθη κατανόηση και εγκωμιαστική αποτίμηση των διακειμενικών συγγραφικών προθέσεων, έρχεται όψιμα ο συντάκτης σας (και συγγραφέας) παραβιάζοντας ανοιχτές θύρες να προσβάλλει το αυτονόητο και να υποστηρίξει ότι «δοκιμάζω τα όρια της διακειμενικής συνομιλίας» και -το τραγελαφικό- «οικειοποιούμαι κλασσικά έργα» (sic).
Επανέρχομαι επί του άρθρου. Οι αναφορές που χρησιμοποιώ είναι τόσο πρόδηλα διακειμενικές, σε σημείο που να ισχύει εκείνο που λέμε στην καθομιλουμένη «και για όσους δεν κατάλαβαν». Κάνω την πάμφωτη αναφορά στον Κόνραντ με την όντως «ζαλιστική» κάθοδο ως το κέντρο της ζούγκλας, ορίζω ως κεντρικό κινούν της αφήγησης μια δολοφονία που παραπέμπει ευθέως στον φόνο που εκτελεί ο Κλαύδιος, αναφέρομαι - εκουσίως φυσικά-, στο πασίγνωστο στιγμιότυπο με το φλάουτο. Τα παραπάνω αλλά και άλλα, είναι σημάδια-οδοδείκτες που «βγάζουν μάτι» και οδηγούν ακόμα και τον απλά υποψιασμένο αναγνώστη να καταλάβει το «που το πάει ο συγγραφέας» και τι θέλει ο ίδιος ο δημιουργός να φανεί. Ο συντάκτης σας βέβαια ή δεν κατάλαβε, ή έκανε πως δεν κατάλαβε.
Στις παραπάνω αναφορές, οι οποίες εντάσσονται στην «πρόδηλη διακειμενικότητα», θα μπορούσα με χαρά να προσθέσω αρκετές άλλες που ενυπάρχουν στην αφήγηση. Πρόκειται για αναφορές οι οποίες συντάσσονται με εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο τους καταρτισμένους και έγκυρους κριτικούς και φιλόλογους, δηλαδή με την «άδηλη διακειμενικότητα», την διακειμενικότητα υψηλοτέρου βαθμού, η οποία εκφράζεται μέσα από μη εμφανή διακειμενικά πλέγματα.
Το θέμα πλέον γίνεται εντελώς φαιδρό στα όσα ισχυρίζεται ο συντάκτης σας για τη φράση «Τίποτα από μένα δε φαίνεται» για την οποία έχω δηλώσει επανειλημμένα σε συνεντεύξεις μου ότι ανήκει στον Γιώργο Χειμωνά. Εκεί υποπίπτει σε μια μεγαλοπρεπέστατη γκάφα που απεκδύει το πόνημά του από κάθε σοβαρότητα, αφήνοντας να αναδυθεί και ο ουσιαστικός λόγος της συγγραφής του. Στον υπερβάλλοντα ζήλο του να περάσει από αστυνομικό σκανάρισμα και τις 86.000 λέξεις του βιβλίου, δεν διαβάζει καν το έντυπο στο οποίο εργάζεται, μια και στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου 2008 του ανά χείρας περιοδικού, το αναφέρω σαφώς σε συνέντευξη μου στην Ελένη Γκίκα στην σελίδα 43!
Η δε Λούλα Αναγνωστάκη με την οποία συζήτησα σε ανύποπτο χρόνο την συγκεκριμένη χρήση της φράσης, δε φάνηκε να συμμερίζεται την φοβική ανησυχία του περί «οικειοποίησης» της, αντίθετα μάλιστα βρήκε την χρήση της εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Υπάρχει βέβαια η εκδοχή ο εν λόγω κύριος να είναι πιο αξιόπιστος θεματοφύλακας του έργου του Γ.Χ. από την σύζυγο του.

Κάτι είναι Σάπιο στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας
Hamlet

Και επειδή ετέθη θέμα ήθους. Συγγραφικό ήθος για μένα είναι η αλήθεια του συγγραφέα, το ανοιχτό συμβόλαιο με τον αναγνώστη. Μέσα από τα 16 βιβλία που έχω δημοσιεύσει νομίζω ότι το έχω τιμήσει.
Το κριτικό ήθος όμως είναι μια πιο πολύπλοκη έννοια. Ιδιαίτερα αν ο κριτικός είναι και συγγραφέας, και έχει να εξισορροπήσει όσα αυτή του η επιλεγμένη διπλή ιδιότητα - σε συνδυασμό με τους στόχους και τις φιλοδοξίες του-, δημιουργεί. Τα γεγονότα δείχνουν πως μήνες μετά από τη θετική υποδοχή του βιβλίου, ο συντάκτης σας οδηγήθηκε στην «συναδελφική» επιλογή αντί να το κρίνει, να προβεί σε ένα (χονδροειδές) «χτύπημα εκτός παιδιάς». Όμως τελικά αντί να χτυπήσει το βιβλίο, χτύπησε το αυτονόητο. Και το αυτονόητο δεν βγαίνει ποτέ νοκ άουτ.
Στη σύγχρονη μιντιακή πραγματικότητα που απειλεί να ενσκήψει στα λογοτεχνικά μας πράγματα που όπως και η τηλεοπτική θρέφεται με επινοημένα στοχοθετημένα σκανδαλάκια που «πουλάνε», εντάσσεται και το άρθρο του συντάκτη σας. Μια εποχή όπου δυστυχώς το τελευταίο «μάντρα» στο χώρο είναι πως για να ακουστεί το όνομά σου, αντί να καθίσεις να στρωθείς στη δουλειά για να εξελιχθείς ως δημιουργός, η πιο άκοπη λύση είναι εμφανίζεσαι όσο το δυνατόν πιο ιοβόλος και να δημιουργείς τεχνητές αναταράξεις. Τι σχέση έχει αυτό με την τέχνη και την πνευματική εργασία, ένας Θεός ξέρει.
Πιθανολογώ ότι ο συντάκτης σας θα ζητήσει και επόμενο γύρο στο «ανθυποσκάνδαλο» που επινόησε. Έτσι δουλεύει η λογοτεχνική AGB (η KGB;). Κατανοώ τα βάρη, αλλά αρκετά.
The rest is silence.

Αλέξης Σταμάτης, 8.9.2008


Η δική μας ανταπάντηση...

1. «Διακειμενικότητα». Όρος που εισήγαγε πριν από μερικές δεκαετίες η Τζούλια Κρίστεβα για να περιγράψει την εγγενή ιδιότητα των λογοτεχνικών κειμένων να «αντηχούν» άλλα κείμενα, και ειδικότερα, το φαινόμενο κατά το οποίο «ένα κείμενο απορροφά ένα άλλο, μετασχηματίζοντάς το.» (Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας) Τα παραδείγματα από την παγκόσμια γραμματεία δεν έχουν τελειωμό, είθισται πάντως να αναφέρεται ως εμβληματικό παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο μετασχημάτισε ο Τζόις τον ομηρικό ήρωα στον περίφημο Οδυσσέα του. Υπογραμμίζουμε το ρήμα «μετασχηματίζω» γιατί μας οδηγεί στην καρδιά του προβλήματος.
2. «Δημιουργική συνομιλία». Πρόκειται προφανώς για φράση-κλειδί στην περί διακειμενικότητας συζήτηση, οπότε ορθώς την επικαλείται ο Α.Σ. Ωστόσο, όσο κι αν προσπαθήσαμε, δεν βρήκαμε ούτε ψήγματα «δημιουργικής συνομιλίας» στο μυθιστόρημά του, παρά μόνο σπασμωδικά και άτεχνα «δάνεια». Σε τι συνίσταται η «δημιουργική συνομιλία» όταν απλώς υιοθετείς ένα ζεύγος χαρακτήρων από άλλο βιβλίο και το αναπαράγεις σχεδόν αυτούσιο, δίχως να το εξελίσσεις ή να το «σχολιάζεις» (δια της ειρωνείας, της παρωδίας, έστω του pastiche); Σε τι συνίσταται η «δημιουργική συνομιλία» όταν υιοθετείς μέχρι κεραίας το αφηγηματικό σχήμα, τον κεντρικό χαρακτήρα, ακόμη και σκηνές από ένα άλλο μυθιστόρημα, απλώς και μόνο για να δώσεις διέξοδο στο δικό σου; Ας μας αναφέρει κάποιος ένα στοιχείο «δημιουργικής συνομιλίας» της «Βίλας» με την «Καρδιά του σκότους». Είναι παρωδία; Όχι. Είναι μεταφορά του αφηγηματικού σχήματος σε διαφορετικό περιβάλλον (π.χ. μεγαλούπολη), απ’ όπου ενδεχομένως θα προέκυπταν ενδιαφέρουσες αναγωγές; Ούτε. Πυκνή ζούγκλα στη μία περίπτωση, πυκνή ζούγκλα και στην άλλη. Μήπως, τέλος, προσδίδει στο χαρακτήρα του Κουρτς ορισμένα καινούργια χαρακτηριστικά, τον εξελίσσει, τον προικίζει με άλλη πνοή, φτιάχνει έστω έναν αντι-Κουρτς; Τίποτε. Τα αυτά ισχύουν, για να μην γινόμαστε κουραστικοί, και για τον Άμλετ, την Ελίζαμπεθ Κοστέλλο ή... τον Προυστ, με τον οποίο επίσης διαβάσαμε κάπου ότι συνδιαλέγεται «δημιουργικά» (αν υπάρχει θεός!) Σκηνές, λόγια, μεταφέρονται σχεδόν αυτούσια από το πολύπαθο βασίλειο της Δανιμαρκίας, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει γιατί, με ποια λογική, και κυρίως σε τι οι «μεταφορές» αυτές συνιστούν «δημιουργική συνομιλία». Εκτός αν ο Α.Σ. ήθελε απλώς να δει πώς ηχούν τα λόγια του δανού πρίγκιπα (και της αυστραλής συγγραφέως, βεβαίως) στο στόμα του ήρωά του (Κωστής-Ντριλ), ο οποίος, χαμένος από χρόνια στη ζούγκλα, αληθινό «θηρίο» πια, είναι βουτηγμένος μέχρι τα μπούνια στη... διακειμενικότητα.
3. «Υπάρχει σ’ ένα σημείο και μια διπλή αναφορά συνολικά 41 (!) λέξεων στην "Ελίζαμπεθ Κοστέλο" του Κουτσί». Το θέμα δεν είναι βέβαια ποσοτικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αν η συζήτηση επικεντρωνόταν στην ποσότητα (με όλα όσα είπαμε, και άλλα που δεν είπαμε) ο Α.Σ. θα έβγαινε αλώβητος. Ωστόσο, κι εμείς πιστεύουμε ότι η ουσία –φιλοσοφικά, θεωρητικά, κριτικά– ΔΕΝ αφορά την ποσότητα. Υπάρχουν βιβλία στα οποία ακόμη και το 80% του κειμένου δεν ανήκει στον συγγραφέα, ωστόσο ο συγγραφέας πιστώνεται, και δικαίως, 100% το τελικό αποτέλεσμα. Κι αυτό γιατί πρόκειται για έργα που εξαρχής «συστήνονται» ως τέτοια, θέτουν επί τάπητος τους όρους παραγωγής τους, χωρίς να χρειάζεται κανείς να καταφύγει στις συνεντεύξεις ή στο blog του συγγραφέα για να πληροφορηθεί τις προθέσεις του (οι οποίες, άλλωστε, μέχρι ενός σημείο μας αφορούν). Στην περίπτωση του Α.Σ., αντιθέτως, παρότι η συντριπτική πλειοψηφία των λέξεων είναι πράγματι «δικές του», το αποτέλεσμα θυμίζει συρραφή ετερόκλητων υλικών, χωρίς σύστημα ή βαθύτερη συγγραφική στόχευση (όποιος μπορέσει να τεκμηριώσει με λογικά επιχειρήματα την υφολογική ή άλλη συνάφεια των Αντονιόνι [Μπλόου απ], Προυστ [Αναζητώντας...], Ντίκενς [Μεγάλες Προσδοκίες], Κόνραντ + Κόπολα [Καρδιά του σκότους], Σαίξπηρ + Χειμωνάς [Άμλετ], Τζ. Μ. Κουτσί [Ελίζαμπεθ Κοστέλο] –και ένας θεός ξέρει τι άλλο– θα έχει τον αμέριστο θαυμασμό μας).
4. «Ο συντάκτης [...] υποπίπτει σε μια μεγαλοπρεπέστατη γκάφα». Ποια είναι αυτή; Δεν διαβάσαμε, λέει, τη συνέντευξή του στο «Διαβάζω», όπου δήλωνε ότι η φράση «τίποτε από εμένα δεν φαίνεται» είναι του Γ. Χειμωνά. Καταρχάς, η μόνιμη επωδός του περί συνεντεύξεων, δηλώσεων, παρουσιάσεων, καταντάει κουραστική. Κατά τα λοιπά, η εν λόγω φράση υπάρχει στο μότο του βιβλίου του, όπου δηλώνεται και ο μεταφραστής, γιατί θα έπρεπε να ανατρέξουμε στη συνέντευξή του;
5. «Υπάρχει βέβαια η εκδοχή ο εν λόγω κύριος να είναι πιο αξιόπιστος θεματοφύλακας του έργου του Γιώργου Χειμωνά από τη σύζυγο του». Η «χρησιμοποίηση» του ονόματος (και κατ’ επέκταση της φήμης, της συγγραφικής αξίας, του ήθους) της Λούλας Αναγνωστάκη σε αυτή τη συζήτηση (πώς άραγε δεν επιστράτευσε και τον Θανάση;) είναι εντελώς άκομψη, και φανερώνει το γενικότερο πρόβλημα «ορίων» του Α.Σ. Του υπενθυμίζουμε πάντως ότι η κουβέντα δεν έχει να κάνει με κληρονομικά δικαιώματα...
6. «Το κίνητρό του μού είναι τόσο διαυγές όσο και η διακειμενικότητα στο βιβλίο μου.» Εμείς, από την άλλη, έχουμε την αίσθηση ότι για τα κίνητρα καταλαβαίνει ακόμη λιγότερα απ’ όσα για τη διακειμενικότητα. Για εκείνον, άλλωστε, το να διεκδικείς κριτικό λόγο –καταβάλλοντας κάποιο τίμημα, ειδικά αν είσαι και συγγραφέας– εξαντλείται στο να αλληλολιβανίζεσαι με ομότεχνούς σου, μέσα από στήλες εφημερίδων ή ιστολόγια, τιμώντας τη γνωστή ρήση «λέγε με Γκαίτε να σε λέω Σίλερ». Όσο κι εμείς υπακούαμε, κατά πώς πίστευε ο Α.Σ., σε αυτή τη λογική «υψηλού συγγραφικού ήθους», ήμασταν αξιόλογοι, και η άποψή μας τον ενδιέφερε ιδιαίτερα, εξού και μας προσκαλούσε να την εκφράσουμε. Αίφνης, υπάρχει... ασυμβίβαστο. Ο νοών νοείτο.
7. «Πέντε μήνες λοιπόν μετά την κυκλοφορία ενός βιβλίου με σαφέστατα θετική κριτική υποδοχή [...] έρχεται όψιμα ο συντάκτης σας (και συγγραφέας) [...] να προσβάλλει το αυτονόητο [...]» Σωστά. Να μας πει ο Α.Σ. μετά από πόσο ακριβώς καιρό επιθυμεί να δημοσιεύουμε κριτικά κείμενα που αφορούν τα βιβλία του και υπό ποιους όρους. Μήπως, πριν κυκλοφορήσουν; Τέλος, ας μας επιτρέψει, με όλο το σεβασμό που κι εμείς τρέφουμε για τους κριτικούς που σχολίασαν το βιβλίο του (άλλοι θετικά, άλλοι όχι και τόσο), να εκφέρουμε κι εμείς τη γνώμη μας. Η διαφορετική άποψη, ακόμη κι αν συγκρούεται με την επικρατούσα, δεν είναι υποδεέστερης αξίας, ούτε υποκρύπτει αναγκαστικά συνωμοσίες και ποταπά προσωπικά κίνητρα.


Και η απάντηση της διεύθυνσης του περιοδικού:

"To "Δ" όπως και όλα τα περιοδικά δημοσιεύει κριτικές βιβλίων χωρίς να προειδοποιεί τους συγγραφείς των βιβλίων αυτών. Κατ΄εξαίρεση, ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης ειδοποιήθηκε για την κριτική που είχε γράψει ο Κώστας Κατσουλάρης για το βιβλίο του "Βίλα Κομπρέ" και, με παρέμβαση της διεύθυνσης του περιοδικού, του ζητήθηκε αν θα ήθελε να απαντήσει στο ίδιο τεύχος στην κριτική. Η κίνηση αυτή έγινε από μέρους μας γιατί θεωρήσαμε ότι υπάρχει θέμα συζήτησης περί της χρήσης ξένων κειμένων (διακειμενικότητα).
Ο Αλεξης Σταμάτης δεν θεώρησε ότι υπάρχει πεδίο συζήτησης, επιμένοντας ότι η αρνητική κριτική για το βιβλίο του οφείλεται σε εξωλογοτεχνικούς παράγοντες. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε πεδίο διαλόγου.
Το θέμα που ανακινήθηκε απο το "Δ" απασχόλησε άρθρα δύο μεγάλων σε κυκλοφορία εφημερίδων (ΤΑ ΝΕΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ) και απέδειξε ότι κάθε άλλο παρά "σκανδαλογογία" ήταν από μέρους μας, όπως μας κατηγόρησε ο Αλέξης Σταμάτης σε μια από τις απαντήσεις του.
"Δ"

18/9/08

Βίλα Κομπρέ ΙΙ (κι έπεται συνέχεια...)

Συνεχίζεται η συζήτηση περί διακειμενικότητας και συγγραφικού ήθους που έχει ξεκινήσει με αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα του Αλέξη Σταμάτη. Ο συγγραφέας έχει απαντήσει, και η απάντησή του θα δημοσιευτεί στο προσεχές "Διαβάζω", μαζί με δική μας ανταπάντηση. Ως εδώ καλά. Ωστόσο, ο Α.Σ. δεν κρατιέται... Μέσα από το (δημοφιλές) blog του επιδίδεται στο σπορ της ακραίας συνομωσιολογίας (το σύμπαν εναντίον... Αλέξη), ύστατο καταφύγιο μπροστά στην ένδεια επιχειρημάτων. Δυστυχώς, τουλάχιστον στη μικρή μας χώρα, όπου όλοι νομίζουμε ότι γνωριζόμαστε, είναι φαίνεται αδύνατον να διεξαχθεί συζήτηση επί τη βάσει ιδεών και επιχειρημάτων, αφού όλα αμέσως μεταφέρονται σε προσωπικό, κι εντέλει κουτσομπολίστικο επίπεδο. Σύμφωνα με τον Α.Σ., αλλά και με μια επικρατούσα λογική, κανείς μας δεν ασκεί κριτική παρά μόνο για το στενό προσωπικό του συμφέρον, από ανταγωνισμό, ζήλια, φθόνο (εν προκειμένω, για τις συγγραφικές επιδόσεις του Α.Σ.). Οι γνωρίζοντες πρόσωπα και πράγματα στο μικρό λογοτεχνικό μας χωριό, κατανοούν ότι στην περίπτωση ταιριάζει γάντι η ρήση "εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια". Κι έπεται συνέχεια...

14/9/08

Μάρω Δούκα, "Οι λεύκες ασάλευτες"

Εδώ και λίγο καιρό, η Μάρω Δούκα έχει αρχίσει να επανεκδίδει (στον νέο της Εκδότη) τα παλιότερα βιβλία της, και μάλιστα αναθεωρημένα από την ίδια, δίνοντάς μας έτσι την ευκαιρία να διαβάσουμε (ή να ξαναδιαβάσουμε) με το σημερινό βλέμμα έργα που έχουν σημαδέψει σε σημαντικό βαθμό τη νέα ελληνική πεζογραφία. Το «Οι λεύκες ασάλευτες» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1987, τρία χρόνια πριν από το «Εις τον πάτο της εικόνας», με το οποίο έχει αρκετές εκλεκτικές συγγένειες, τόσο θεματολογικά όσο και υφολογικά. Όπως υπαινίσσεται και ο έξοχα ποιητικός τίτλος του, πρόκειται για ένα λογοτεχνικό έργο που στοχεύει να κινηθεί έξω από τα όρια της δράσης και του storytelling (στις παρυφές του, θα λέγαμε), επιχειρώντας να αποτυπώσει, να δραματοποιήσει την αέναη αναβολή της δράσης, αν όχι την ίδια την ακινησία.
Η κεντρική ηρωίδα, και εμμέσως αφηγήτρια (μια και η αφήγηση είναι οργανωμένη γύρω από μια εστιασμένη από τη μεριά της ηρωίδας τριτοπρόσωπη αφήγηση), η φιλόλογος Ασπασία Μαυράκη, ζει μαζί με τη μητέρα της Ελένη σε μια τυπική επαρχιακή πόλη των αρχών της δεκαετίας του ΄80. Τα νέα ήθη, οικονομικά και πολιτισμικά, που έχει φέρει η άνοδος και εγκατάσταση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, με το νεοπλουτισμό και τον προσχηματικό κομματικό πατριωτισμό να αποτελούν μόνιμες σταθερές, έχουν εμποτίσει το περιβάλλον της, και μοιάζουν να την απομονώνουν ακόμη περισσότερο στον, ούτως ή άλλως, υπερβολικά διογκωμένο εσωτερικό της μικρόκοσμο...

(διαβάστε ολόκληρη τη βιβλιοπαρουσίαση εδώ)